BLOG all updates

25289570_1508886915865592_6316077236123809375_n.jpg

Ημέρα 208: Κλήθηκε, ορκίστηκε, δεν κατέθεσε

208η Συνεδρίαση, Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού, 13.12.2017

Ι. Πρόσβαση στο δικαστήριο

Η πρόσβαση και η παρακολούθηση της δίκης εξακολουθεί να είναι εφικτή με επίδειξη και παρακράτηση αστυνομικής ταυτότητας μέχρι τη συμπλήρωση των θέσεων του κοινού στην αίθουσα του ακροατηρίου. Υπήρχε αυξημένη παρουσία κοινού και δημοσιογράφων λόγω της επικείμενης κατάθεσης του πρώτου μάρτυρα της πολιτικής αγωγής, Δημήτρη Κουσουρή.

II. Παρουσία των κατηγορουμένων

Αυτοπροσώπως παρόντες κατηγορούμενοι κατά τη διαδικασία: ουδείς.

ΙΙΙ. Συνέχεια σχολιασμών των καταθέσεων των προστατευόμενων μαρτύρων από τους συνηγόρους υπεράσπισης, σύμφωνα με το άρθρο 358 ΚΠΔ.

Η Πρόεδρος έδωσε το λόγο στο συνήγορο Μιχαλόλια Γ. να συνεχίσει το σχολιασμό του μετά τη διακοπή της δικασίμου της 7ης Δεκεμβρίου. Σε αίτημα που ακούστηκε από την πλευρά της υπεράσπισης να μην παρευρίσκεται στην αίθουσα, κατά τη διαδικασία των σχολιασμών, ο μάρτυρας Κουσουρής που θα κατέθετε ως πρώτος μάρτυρας από την πλευρά της πολιτικής αγωγής, η Πρόεδρος απάντησε πως δε χρειαζόταν να εξέλθει ο κ. Κουσουρής από την αίθουσα κατά το στάδιο του σχολιασμού.

Ο συνήγορος Μιχαλόλιας Γ. συνέχισε με το σχολιασμό της κατάθεσης του προστατευόμενου μάρτυρα Γ. Επεσήμανε πως το περιστατικό που περιγράφει ο Γ μάρτυρας σχετικά με το βίντεο του Παύλου Φύσσα που παρακολουθούσε ο Ρουπακιάς στη Νίκαια σε προγενέστερο χρόνο της δολοφονίας, στο πλαίσιο της στοχοποίησης του Φύσσα, είναι ψευδές, καθώς, σύμφωνα με το συνήγορο, όταν ρωτήθηκε ο Ρουπακιάς εάν γνώριζε εμφανισιακά τον Φύσσα, απάντησε πως δεν τον γνώριζε. Αναφορικά με τον μάρτυρα Δ, ο συνήγορος Μιχαλόλιας Γ. εντοπίζει ιδιομορφίες στην κατάθεσή του και επισημαίνει ότι αξίζει να διερευνηθεί κάτω από ποιες διαδικασίες προσήλθε να καταθέσει. Ο συνήγορος καταλήγει ως προς τον προστατευόμενο μάρτυρα Δ ότι, τα όσα καταθέτει, δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, σχολιάζοντας τα αντίστοιχα σημεία της κατάθεσης του μάρτυρα, τα οποία, κατά το συνήγορο, επιβεβαιώνουν το συμπέρασμά του αυτό.

Ως προς το περιστατικό με τους Πακιστανούς στο λιμάνι δε, σύμφωνα με το συνήγορο, δεν προκύπτει ότι στοιχειοθετείται το αδίκημα του 187, καθόσον δεν προκύπτει κατά πόσο αυτό το συμβάν ήταν αποτέλεσμα κάποιας εντολής, οργάνωσης και εκπαίδευσης. Ως προς την προστατευόμενη μάρτυρα Ε, ο συνήγορος Μιχαλόλιας Γ. επισημαίνει ότι πρέπει να διαχωριστούν ποια είναι τα περιστατικά που γνώριζε η ίδια η μάρτυρας και ποια ήταν προϊόντα τρίτων αφηγήσεων, σημειώνοντας στη συνέχεια τις, κατά την άποψή του, αντιφάσεις της μάρτυρος. Υπογράμμισε, επίσης, πως το βιβλίο και το υλικό που ισχυρίστηκε η μάρτυρας ότι έχει καταθέσει, δεν εντοπίζεται να έχει ενσωματωθεί στη δικογραφία, γεγονός που γεννάει και άλλο ζήτημα επί της διαδικασίας. Χαρακτηρίζει, επίσης, την πορεία της μάρτυρος μέσα στη ΧΑ ως ομιχλώδη, καθώς, παρά το ότι από το 2005 ενημερώθηκε ότι υπάρχει εντολή να της «σπάσουν τα πόδια», από το 2008 και μέχρι το 2010 η μάρτυρας παραμένει στη ΧΑ, χωρίς να πραγματοποιηθεί αυτή η απειλή μέχρι σήμερα.

Συνεχίζοντας, ο συνήγορος Μιχαλόλιας Γ., σχολιάζει ότι ο αδελφός του Κασιδιάρη είχε υποστηρίξει ότι βρισκόταν εκτός Αθηνών την ημέρα κατά την οποία η μάρτυρας κατέθεσε ότι τον είδε, έθεσε δε το ερώτημα για ποιο λόγο να έρθει για μια νύχτα στην Αθήνα να απειλήσει τη μάρτυρα, ενώ η ίδια δεν είχε εκδηλώσει καμία πρόθεση να μιλήσει. Ως προς τα γεγονότα στο παλιό Εφετείο, ο συνήγορος σχολιάζει πως τα περιγραφέντα περιστατικά δε συνιστούν κακούργημα του 187ΠΚ. Προσθέτει, επίσης, ότι τα γεγονότα στη βάση των οποίων ζήτησε η μάρτυρας να τεθεί υπό καθεστώς προστασίας, δε συνιστούν παρά ιστορίες εμπνευσμένες από κινηματογραφικά σενάρια και ότι το γεγονός πως η προστατευόμενη μάρτυρας έδωσε συνέντευξη σε περιοδικό, συνιστά στοιχείο εμπαιγμού από τη στιγμή που ισχυρίζεται η ίδια πως φοβάται.

Η συνήγορος Πανταζή διατυπώνει τη γνώμη ότι η κατάθεση του μάρτυρα Δ συνιστά την κατάρριψη του κατηγορητηρίου του εντολέα της. Αναδεικνύεται η προβληματική του πώς ο μάρτυρας Δ καθίσταται προστατευόμενος χωρίς να έχει έρθει σε επαφή με κανέναν εισαγγελικό λειτουργό πρωτύτερα. Σχολιάζει πως ο μάρτυρας κατευθύνθηκε από δημοσιογράφους και έδωσε κατάθεση επώνυμα. Η συνήγορος συνεχίζει λέγοντας ότι η εν λόγω κατάθεση που οδηγεί στην προφυλάκιση του εντολέα της περιγράφει τα περιστατικά ως εάν τα κατέθετε αυτόπτης μάρτυρας, ενώ στη συνέχεια ο μάρτυρας κατέθεσε στο ακροατήριο ότι τα γεγονότα αυτά τα είχε ακούσει από τρίτους. Επιπλέον, συνεχίζει η συνήγορος, δεν περιέγραψε ο μάρτυρας Δ κάποιο συγκεκριμένο modus operandi στο περιστατικό της Κορίνθου, σημειώνοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει καν αρχή τέλεσης αξιόποινης πράξης, πόσο μάλλον αξιόποινης πράξης που εντάσσεται στο 187 ΠΚ.

Σχολιάζει, επίσης, ότι στη γραπτή κατάθεση του μάρτυρα διατυπώθηκαν ερωτήσεις που περιλαμβάνουν λόγια που ο μάρτυρας δεν έχει ήδη πει. Επίσης, ως προς την κατάθεση του μάρτυρα ότι επικοινωνούσε με ενεργά μέλη τα οποία τον ενημέρωναν για την εκπαίδευση στο βουνό, η συνήγορος σχολιάζει ότι το γεγονός αυτό θα έπρεπε να αποτελέσει βάση απόρριψης του αιτήματος του μάρτυρα για προστασία. Τέλος, ως προς τις αναφορές του μάρτυρα περί εθνικοσοσιαλισμού, η συνήγορος σχολιάζει πως ο ίδιος ο μάρτυρας δεν είχε ακούσει εθνικοσοσιαλιστικές αναφορές από τον Μπούκουρα.

Ο συνήγορος Οπλαντζάκης υποστηρίζει ότι οι μάρτυρες έγιναν ασύδοτοι αξιοποιώντας το καθεστώς προστασίας που τους έδωσε η πολιτεία. Αναρωτιέται πώς γίνεται να προσήλθαν οι μάρτυρες Γ και Ε οικειοθελώς για κατάθεση και αυτό να μην μνημονεύεται στις εκθέσεις εξέτασής τους, όπως ορίζει το άρθρο 213 παρ. 3 ΚΠΔ περί κλήτευσης μαρτύρων. Συμπεραίνει ότι προφανώς αυτό και δεν οφείλεται σε πλημμέλεια των εισαγγελικών λειτουργών, αλλά στο ότι οι μάρτυρες ψεύδονται όταν δηλώνουν ότι πήγαν οικειοθελώς. Ως προς τη μάρτυρα Β, επίσης, ο συνήγορος αναρωτιέται μήπως η αποπομπή της από τη ΧΑ και τα συναισθήματα που αυτό το γεγονός της δημιούργησε ήταν τελικά η αιτία για να καταθέσει στο δικαστήριο.

Η συνήγορος Βελέντζα συμπληρώνει για την υπεράσπιση ότι οι φερόμενοι ως προστατευόμενοι μάρτυρες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του σχετικού άρθρου 9 του Ν. 29298/2001, καθώς οι ίδιοι εισέφεραν προσωπικά στοιχεία στη διαδικασία, όπως διευθύνσεις και τόπους καταγωγής. Κανένας, επίσης, από τους μάρτυρες, σύμφωνα με τη συνήγορο, δεν αναφέρει κανένα πραγματικό περιστατικό ειδικώς και ουδείς αναφέρθηκε σε πράξεις υπαγόμενες στο 187ΠΚ. Ως προς τον μάρτυρα Γ, η συνήγορος σχολιάζει πως ψεύδεται, καθώς στην κατάθεσή του στον ανακριτή ουδόλως αναφέρθηκε στον εντολέα της και καταλήγει με το σχολιασμό πως οι μάρτυρες ήταν προκατασκευασμένοι και στημένοι και ουδέν εισέφεραν στο ακροατήριο.

Ο συνήγορος Γκαβέλας εστιάζει αφενός στο πώς τέθηκαν οι μάρτυρες αυτοί στο καθεστώς του προστατευόμενου, αφετέρου στο εάν εφαρμόζεται στην περίπτωσή τους η διάταξη περί ελαφρυντικών περιστάσεων, δεδομένου ότι κάποιοι εξ αυτών έχουν ομολογήσει την εμπλοκή τους σε αξιόποινες πράξεις. Ο συνήγορος θέτει ερωτήματα σχετικά με το πώς γνώριζαν οι εν λόγω μάρτυρες πού να πάνε να καταθέσουν και πώς γνώριζαν ότι θα τεθούν σε καθεστώς προστασίας. Στη συνέχεια, διατυπώνει το αίτημά του να ασκηθεί στο μάρτυρα Α ποινική δίωξη για ψευδορκία, καθώς οι απαντήσεις του στις ερωτήσεις έδρας και υπεράσπισης για το εάν έχει καταδικαστεί ήταν αντιφατικές. Στη βάση των αντιφατικών καταθέσεων του μάρτυρα ο συνήγορος συμπεραίνει πως ο μάρτυρας είναι αναξιόπιστος. Ως προς τον μάρτυρα Γ ο συνήγορος Γκαβέλας εκτιμά πως χρήζει ψυχιατρικής παρακολούθησης ενώ στη συνέχεια προβαίνει σε χαρακτηρισμό των μαρτύρων ως «ο τεράστιος», «ψυχικά ασθενής», «απογοητευμένη» κ.λπ., καταλήγοντας πως κάποιοι πρέπει να έρθουν με την πραγματική τους ιδιότητα, ως κατηγορούμενοι, όχι ως μάρτυρες.

Ο συνήγορος Μπαϊρακτάρης σχολιάζει ότι η διαδικασία των καταθέσεων των προστατευόμενων μαρτύρων τελείωσε, αλλά δεν ολοκληρώθηκε, γιατί το δικαστήριο δεν είχε τη δυνατότητα να εκτιμήσει με ασφάλεια. Αναρωτιέται μήπως τα κίνητρα για την κατάθεση των μαρτύρων υποκινήθηκαν από προσωπικές εντάσεις, απογοήτευση ή φόβο επειδή κανονικά θα έπρεπε να ήταν κατηγορούμενοι. Δεν υπάρχει, σύμφωνα με τον συνήγορο, αιτιολογημένη αποχή από την ποινική δίωξη εις βάρος τους. Για τη μάρτυρα Β ο συνήγορος σχολιάζει ότι η προσπάθειά της να συνδέσει αστυνομία και ΧΑ, αποδεικνύεται ψευδής. Κατά το σχολιασμό της κατάθεσης του μάρτυρα Γ, ο συνήγορος δήλωσε πως δεν τον ενδιαφέρει πώς κατευθύνθηκαν οι μάρτυρες προς τον Εισαγγελέα, αλλά εάν κατά την διαδρομή τους προς τον Εισαγγελέα τους δόθηκαν και κατευθύνσεις σχετικά με το περιεχόμενο των καταθέσεων. Επαναλαμβάνει τις αμφιβολίες του σχετικά με τη θέση των ερωτήσεων κατά την ανάκριση και επισημαίνει ότι δεν υπάρχει μνεία στην κατάθεση ούτε για το ότι επεδείχθησαν φωτογραφίες στον μάρτυρα, ούτε για σχετική διακοπή της ανάκρισης, λόγω σύγχυσης του μάρτυρα, όπως ανέφερε ο τελευταίος στο ακροατήριο. Ο συνήγορος σχολιάζει, επίσης, το ότι ο μάρτυρας παραδέχτηκε πως χειριζόταν ο ίδιος πτυσσόμενο γκλοπ και είχε προκαλέσει σωματικές βλάβες. Ολοκληρώνοντας, ο συνήγορος ζήτησε να καταχωρισθεί ο σχολιασμός του άρθρου 358 σε συνδυασμό με άρθρα 141 και 38 ΚΠΔ, για διερεύνηση αξιόποινων πράξεων των προστατευόμενων μαρτύρων. Το δικαστήριο επιφυλάχθηκε.

Ο συνήγορος Ρουσσόπουλος προβαίνει επίσης σε σύντομο σχολιασμό, στο πλαίσιο των ζητημάτων που έθεσαν οι συνάδελφοί του της υπεράσπισης.

Ο συνήγορος Μαμμής μετά τη διακοπή επανέρχεται στο θέμα της ψευδορκίας των προστατευόμενων μαρτύρων και της ένορκης δήλωσης της συμμετοχής τους σε τέλεση αξιόποινων πράξεων, σχολιάζοντας ότι δε διώχθηκαν και δε σχηματίστηκε δικογραφία εναντίον τους επειδή τα όσα κατέθεσαν είναι ανάξια αξιολόγησης. Σχετικά με τις καταθέσεις του μάρτυρα Α και ενίοτε και μάρτυρα Γ, ο συνήγορος επισημαίνει πως ο στίβος μάχης στο στρατόπεδο της Μαλακάσας που ανέφεραν οι μάρτυρες είναι φύσει αδύνατον να μην έγινε αντιληπτός από διερχόμενους, από το διοικητή του στρατοπέδου, από τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους του παρακείμενου σωφρονιστικού καταστήματος, λόγω και της γεωγραφικής θέσης του στρατοπέδου και της χωροταξίας του.

IV. Κλήση του μάρτυρα Κουσουρή από την Πρόεδρο και ταυτόχρονη προβολή ενστάσεων από την υπεράσπιση

Στο σημείο αυτό η Πρόεδρος καλεί τον κ. Κουσουρή από τους μάρτυρες της πολιτικής αγωγής στην έδρα, αλλά αμέσως διακόπτεται από τους συνηγόρους υπεράσπισης, οι οποίοι καταθέτουν ενστάσεις για να κηρυχθούν άκυρες οι γνωστοποιήσεις των μαρτύρων της πολιτικής αγωγής που αφορούν κατηγορούμενους για τους οποίους είχε αποβληθεί η πολιτική αγωγή για το άρθρο 187 ΠΚ. Προβάλλουν ένσταση οι συνήγοροι Μιχαλόλιας Γ., Αλευράς για τον κατηγορούμενο Κούζηλο, ενώ ο συνήγορος Ρουσσόπουλος προτείνει να μη γίνει καθόλου η εξέταση των συγκεκριμένων μαρτύρων.

Η κ. Εισαγγελέας δήλωσε πως τα θέματα αυτά είχαν ήδη επιλυθεί και επεξήγησε πως μπορούν να παρασταθούν οι μάρτυρες της πολιτικής αγωγής για όλα τα υπόλοιπα θέματα και είναι απαράδεκτες οι αιτήσεις για εξέταση μαρτύρων που αφορούν τα αδικήματα του 187. Έχουν αποβληθεί οι μάρτυρες ως προς αυτό το σκέλος.
Πολιτική αγωγή: Ο συνήγορος Καμπαγιάννης αντιτείνει πως οι επιδόσεις έγιναν νομίμως. Υπενθυμίζει πως το δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί για το εάν πρέπει να εξεταστούν οι μάρτυρες και για ποιο εύρος του αδικήματος, καθώς η διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης είναι διακριτή από τη συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση.
Ο συνήγορος Παπαδάκης προέβαλλε αίτημα με σχετικό έγγραφο για τους μάρτυρες της πολιτικής αγωγής και υπενθυμίζει πως αποτελεί δικαίωμα κάθε παράγοντα της δίκης να καταχωρεί εγγράφως δηλώσεις, υποστηρίζοντας ότι η πολιτική αγωγή έχει δικαίωμα να αναζητήσει την αλήθεια για τη σύσταση και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, συνεπώς η ένσταση αυτή κρίνεται ως απορριπτέα από την πολιτική αγωγή.

Ο συνήγορος Βρεττός ανέφερε πως οι ερωτήσεις που είχαν τεθεί στις 21.06.2015 από την έδρα όρισαν το εύρος της παράστασης και των ερωτήσεων της πολιτικής αγωγής και ότι το δικαστήριο έχει κρίνει ότι αποτελεί εγγύηση της δίκαιης δίκης κατά ΕΣΔΑ η ύπαρξη της δυνατότητας να εξετάζονται οι μάρτυρες για όλα τα θέματα περί της εγκληματικής οργάνωσης ως αποδεικτικά μέσα.

Ο συνήγορος Θεοδωρόπουλος συνοψίζει λέγοντας ότι υπάρχει νομιμοποίηση για τους μάρτυρες της πολιτικής αγωγής που αφορούν τους δράστες για τους οποίους το δικαστήριο έχει επιτρέψει να παρίστανται οι συνήγοροι ως πολιτική αγωγή.

Υπεράσπιση: Ο Μιχαλόλιας Γ. επιμένει ότι δεν μπορούν να καταθέτουν επί κατηγορουμένων για τους οποίους δεν παρίστανται, με συμφωνία των συνηγόρων υπεράσπισης Αλευρά, Αλεξιάδη, Βελέντζα. Η Πρόεδρος ρωτά εάν θέλει κάτι άλλο η υπεράσπιση και ο συνήγορος Μιχαλόλιας Γ αναφερόμενος ειδικά στον παρόντα μάρτυρα Κουσουρή ρωτάει εάν ο συγκεκριμένος μάρτυρας θα μπορεί να πει για τα γεγονότα με τους Αιγύπτιους αλιεργάτες και αν ναι, από πού, από την Αυστρία;

Η έδρα απέρριψε τις ενστάσεις με το σκεπτικό ότι δέχεται αφενός την παράσταση πολιτικής αγωγής για τους κατηγορούμενους ως φυσικούς αυτουργούς των επιμέρους αδικημάτων και σε ό,τι αφορά την εγκληματική οργάνωση, το δικαστήριο δέχεται ότι μπορεί να υπάρχει παράσταση πολιτικής αγωγής και μάρτυρες και να διερευνάται τόσο το εάν υφίσταται εγκληματική οργάνωση όσο και το εάν οι κατηγορούμενοι για τους οποίους υπάρχει παράσταση είναι ή όχι μέλη εγκληματικής οργάνωσης.

Η έδρα κάλεσε στο βήμα του μάρτυρα τον Δημήτρη Κουσουρή, ο οποίος ορκίστηκε, γεγονός το οποίο διασφαλίζει την έναρξη της εξέτασής του, χωρίς άλλες παρεμβάσεις και ενστάσεις, την Παρασκευή, 15/12/2017 στις Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού.