Εφετείο | Ημέρα 132: «Φρουρά», «dress code» και «κρυπτεία»

132η συνεδρίαση, Αίθουσα Τελετών Εφετείου Αθηνών, 14/01/2025

Ι. Πρόσβαση στο δικαστήριο

Υπήρχε η δυνατότητα πρόσβασης και παρακολούθησης της δίκης, με επίδειξη και παρακράτηση της αστυνομικής ταυτότητας, μέχρι τη συμπλήρωση των θέσεων του κοινού στην αίθουσα του ακροατηρίου.

ΙΙ. Παρουσία κατηγορουμένων

Δεν υπήρχε αυτοπρόσωπη παρουσία κατηγορούμενου.

ΙΙΙ. Εξέταση μάρτυρα κατηγορίας

Εξετάστηκε ο μάρτυρας κατηγορίας –δημοσιογράφος και πρώην μέλος της Χρυσής Αυγής – Γ. Παπαγεωργίου. Ο μάρτυρας, ο οποίος φυλασσόταν, κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του στο ακροατήριο, από αστυνομικούς, λόγω της ένταξής του σε καθεστώς προστασίας, περιέγραψε την προσχώρηση του στη Χ.Α. αλλά και τους λόγους για τους οποίους αποχώρησε. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι ανήκε στη διοίκηση του πενταμελούς συμβουλίου της τοπικής οργάνωσης των Νοτίων Προαστίων, με έδρα τον Άλιμο. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ήταν μέλος της οργάνωσης για διάστημα περίπου 2-2,5 ετών και αποχώρησε πριν την ανθρωποκτονία Π. Φύσσα, η οποία όμως στάθηκε κομβικό γεγονός προκειμένου να καταθέσει στις ανακριτικές αρχές. Περιέγραψε ότι η τοπική οργάνωση στην οποία ανήκε δεν είχε βίαιες δράσεις επειδή ήταν ο ίδιος επικεφαλής, σε αντίθεση με την τοπική οργάνωση της Νίκαιας, η οποία όμως ήταν και το πρότυπο για όλη την Χ.Α. Σε άλλο σημείο της κατάθεσης του πάντως, τόνισε ότι ήταν γενική γραμμή η συμπλοκή με ακροαριστερούς “για να μην φαινόμαστε αδύναμοι, ότι δεν το λέει η ψυχή μας”, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά και προς τούτο κατέθεσε συγκεκριμένο περιστατικό που έλαβε χώρα στην περιοχή δράσης της τοπικής του στο Ελληνικό. Στο εν λόγω περιστατικό περιέγραψε πώς, ενώ μοίραζαν φυλλάδια εκεί, οργανώθηκε σε λίγη ώρα κόσμος που φώναζε να απομακρυνθούν από την περιοχή. Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι ειδοποίησε τους βουλευτές της Χ.Α. και την αστυνομία αλλά άκουσε και κάποιον σε τηλεφωνική επικοινωνία -που δεν κατονόμασε- να φωνάζει “γιατί απομακρύνεστε αφού τους έχετε”. Επισήμανε πλειστάκις τον βίαιο χαρακτήρα των δράσεων της τοπικής οργάνωσης της Νίκαιας υπό την καθοδήγηση του γραμματέα της Γ. Πατέλη αλλά και του Ι. Λαγού, τον οποίο περιέγραψε ως βίαιο και παρορμητικό. Αναφέρθηκε επίσης στον Η. Παναγιώταρο, με τον οποίο συγκρούστηκαν λόγω του χαρακτήρα του και της καθοδήγησης του. Σε σχετική ερώτηση της έδρας για τα “τάγματα εφόδου”, ο μάρτυρας απάντησε ότι αυτός είναι χαρακτηρισμός που τους αποδίδουν τα ΜΜΕ και η Αριστερά και τόνισε ότι οι ίδιοι τα ονομάτιζαν “φρουρά”, η οποία περιφρουρούσε τα γραφεία τους γιατί υπήρχαν επιθέσεις από πολιτικούς αντίπαλους “τους προκαλούσαν και προκαλούσαν και αυτοί αντίδραση”, ανέφερε χαρακτηριστικά. Ως προς το ζήτημα της ομοιόμορφης αμφίεσης, ο μάρτυρας ανέφερε την ύπαρξη “dress code”, αλλά χωρίς πάντως να το χαρακτηρίζει στολή και έκανε λόγο για φόρμες παραλλαγής που χαρακτήριζαν ιδίως την τοπική οργάνωση της Νίκαιας προκειμένου να τονίζουν τον στρατιωτικοποιημένο χαρακτήρα της εν λόγω τοπικής. Σε σχετική επισήμανση της έδρας για την αναφορά του κατηγορούμενου Η. Κασιδιάρη στην “κρυπτεία”, ο μάρτυρας την περιέγραψε ως κατάσταση ετοιμότητας και αντεκδίκησης. Ως προς το περιεχόμενο της διαφωνίας του και της εν τέλει αποχώρησης του από την οργάνωση, κατέθεσε ότι υπήρχαν διαφωνίες σε σχέση με τη διαχείριση των οικονομικών της τοπικής, ενώ επισήμανε ότι δέχτηκε επικρίσεις γιατί ο ίδιος δεν συναινούσε στον στρατιωτικοποιημένο χαρακτήρα της οργάνωσης. Σε σχετική ερώτηση της Εισαγγελέα, αν γίνονταν εκλογές στα συνέδρια του κόμματος για την εκλογή ηγεσίας, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν αμφισβητούνταν η ηγεσία του Ν. Μιχαλολιάκου, άλλωστε και το ΑΦΜ του κόμματος ήταν ταυτόσημο με το δικό του. Επίσης έκανε αναφορά σε έντυπα και βιβλία, που μοιράζονταν στα μέλη και ήταν εθνικοπατριωτικού αλλά και εθνικοσοσιαλιστικού περιεχομένου, τονίζοντας ότι ο εθνικοσοσιαλισμός είναι ταυτισμένος με τον ναζισμό και δυστυχώς και η πορεία της Χ.Α. ταύτισε τον εθνικισμό με τον ναζισμό. Κατέθεσε επίσης ότι οι βίαιες ενέργειες των όποιων μελών, στις οποίος πάντως ο ίδιος δεν συμμετείχε, στρέφονταν κυρίως εναντίον αλλοδαπών, αριστερών και συνδικαλιστών, με χρήση κυρίως στειλιαριών και τόνισε ότι η παραμικρή δράση ήταν εγκεκριμένη από το πενταμελές συμβούλιο που συγκροτούσε την ηγεσία των τοπικών οργανώσεων, τον υπεύθυνο βουλευτή και κατ’ επέκταση τον Ν. Μιχαλολιάκο, καθώς υπήρχε ιεραρχία. Σε σχετικές ερωτήσεις των συνηγόρων υποστήριξης της κατηγορίας, ο μάρτυρας κατέθεσε ότι η δολοφονία Π. Φύσσα ενέπιπτε στη στοχοθεσία της οργάνωσης εφόσον ανήκε σε αντίπαλο πολιτικό χώρο. Ενώ μετά από επίδειξη σχετικών φωτογραφιών και εγγράφων επιβεβαίωσε ότι ο υπεύθυνος της “φρουράς”, ομάδας ασφάλειας -περιφρούρησης, είχε τη δυνατότητα επιλογής και ειδοποίησης των μελών της από σχετική λίστα. Επίσης, επιβεβαίωσε την ύπαρξη “αναφορών” των τοπικών διοικήσεων καθώς και την κάρτα μέλους που ανήκε στον Γ. Ρουπακιά. Επιβεβαίωσε την ύπαρξη και λειτουργία Πειθαρχικού οργάνου στο οποίο συμμετείχαν – μεταξύ άλλων – οι κατηγορούμενοι Ι. Λαγός, Γ. Γερμενής και Η. Παναγιώταρος με επικεφαλής τον Ι. Λαγό. Τόνισε ότι μεταξύ της δικής του πιο ήπιας γραμμής και της αντίστοιχης της τοπικής της Νίκαιας, η οποία γενικότερα -σε σχέση με όλες τις οργανώσεις, ήταν πιο στρατιωτικοποιημένη, με πιο στιβαρή δομή – η ηγεσία της οργάνωσης προτιμούσε τη δεύτερη, την οποία είχε και ως πρότυπο. Επισήμανε ότι τόσο τα μέλη της τοπικής οργάνωσης της Νίκαιας όσο και ο Ι. Λαγός δρούσαν υπό τις εντολές του Ν. Μιχαλολιάκου. Σε σχετικές ερωτήσεις της υπεράσπισης, περιέγραψε το περιεχόμενο της επιστολής που συνέταξε λίγο πριν την αποχώρηση του και την οποία απέστειλε στον Ν. Μιχαλολιάκο και επισήμανε ότι δεν υπήρξε καμία απάντηση, γιατί “όλα ήταν σε γνώση του”, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά. Περιέγραψε τη δομή και την ιεραρχία της οργάνωσης επισημαίνοντας όμως ότι δεν του δόθηκαν ποτέ εντολές. Ανέφερε ότι στις συζητήσεις των τοπικών οργανώσεων και των πυρήνων δεν γίνονταν ομιλίες με εθνικοσοσιαλιστικό περιεχόμενο, αλλά υπήρχε ένα όργανο εν είδει σχολείου που κάποιοι επιλεκτικά πήγαιναν και παρακολουθούσαν μαθήματα εθνικοσοσιαλιστικού χαρακτήρα. Σε σχετικές όμως ερωτήσεις τόσο της έδρας όσο και των συνηγόρων υποστήριξης της κατηγορίας απάντησε ότι η Χ.Α. κατέστρεψε τον εθνικιστικό χώρο λόγω των βίαιων ενεργειών της – οι οποίες αναπόφευκτα θα οδηγούσαν σε κάποια δολοφονία – αλλά και του εθνικοσοσιαλιστικού της χαρακτήρα. Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι γινόταν χρήση ενός μικρού φορτηγού λευκού χρώματος με πλαστές πινακίδες από μέλη της οργάνωσης, το οποίο ήταν σε γνώση του Η. Παναγιώταρου. Ανέφερε επίσης την ύπαρξη αποθήκης κάπου στην Λεωφ. Κηφισού στην οποία φυλασσόταν ιματισμός, έδρανα αλλά ίσως και κάποιο παράνομο υλικό, του οποίου όμως την ύπαρξη δεν μπορούσε να πιστοποιήσει. Ως προς την ύπαρξη οπλισμού, κατέθεσε ότι υπήρχε παρουσία ενός πρώην στρατιωτικού στον τοπικό πυρήνα ο οποίος έφερε όπλο, ως μεμονωμένο γεγονός και πάντως χωρίς να συνιστά γενικότερη κατεύθυνση της οργάνωσης. Ως προς το ζήτημα της εκπαίδευσης, ανέφερε ότι αφορούσε κάποιον κλειστό κύκλο ατόμων και πάντως δεν υπέπεσε στην αντίληψη του κάποιο γεγονός που να αφορά στην εκπαίδευση με όπλα σε σκοπευτήρια ή στάνες. Η υπεράσπιση αναφέρθηκε στην ένταξη του μάρτυρα σε κάποια υπηρεσία “ευαίσθητη” του Υπ. Προεδρίας επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, τουλάχιστον από το έτος 1989, την οποία ο μάρτυρας επιβεβαίωσε λέγοντας χαρακτηριστικά ότι ήταν “ευαισθητοποιημένος και ενεργός πολίτης”, χωρίς πάντως περαιτέρω διευκρίνιση. Επίσης, οι συνήγοροι υπεράσπισης αναφέρθηκαν εκτενώς στην αποσταλείσα επιστολή στον Ν.Μιχαλολιάκο, στην οποία ο μάρτυρας έκανε αναφορά στην “Νίκη” του κινήματος και της “Ιδεολογίας” του αλλά και στον εθνικοσοσιαλισμό. Αναφέρθηκαν, επίσης, στο καθεστώς προστασίας στο οποίο εντάχθηκε κατά την κατάθεση του στον ανακριτή, την περίοδο που ήταν ήδη προφυλακισμένος για αδικήματα οικονομικού χαρακτήρα. Ο μάρτυρας αντέτεινε ότι απλώς συνέπεσε χρονικά η περίοδος προφυλάκισης του και η κατάθεση του στον ανακριτή για τα πεπραγμένα της Χ.Α. και ότι πάντως δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό του όπως θα έπρεπε και σε κάθε περίπτωση δεν αποκόμισε κάποιο όφελος από αυτήν την κατάθεση. Αναφερόμενος σε σχετική του ανάρτηση στο διαδίκτυο κατέθεσε ότι αδίκως προφυλακίστηκαν όσοι δεν είχαν άμεση σχέση με την τοπική της Νίκαιας. Ενώ επιβεβαίωσε ότι ο ίδιος δεν είχε λάβει ποτέ εντολή για διάπραξη βίαιων και έκνομων ενεργειών. Σε επισήμανση συνηγόρου υπεράσπισης πώς επιβεβαιώνεται η “αρχή του Αρχηγού” εφόσον ο ίδιος και η τοπική του διαφοροποιούνταν από αυτήν, ο μάρτυρας κατέθεσε ότι γι αυτόν ακριβώς τον λόγο υπήρχε έκφραση δυσαρέσκειας από την ηγεσία της οργάνωσης με αποτέλεσμα την απομάκρυνση του, επισημαίνοντας ότι η Χ.Α. είχε μία “βιτρίνα” ως πολιτικό κόμμα την ίδια στιγμή “που γίνονταν άλλα από πίσω”. Ως προς τις επιθέσεις σε γραφεία τοπικών οργανώσεων της Χ.Α., ο μάρτυρας αναφερόμενος σε προγενέστερη κατάθεση του που διαβάστηκε στο ακροατήριο, επισήμανε ότι οι εκρήξεις στα γραφεία ήταν περίεργες και παρέπεμπαν σε μπράβους και όχι σε αριστερούς και αναρχικούς γιατί γινόταν χρήση εκρηκτικών, “ενώ οι αριστεροί χρησιμοποιούν μολότοφ”. Τόνισε, επίσης, ότι κατά την κρίση του δεν υπήρχε εντολή εξόντωσης του Π. Φύσσα αλλά μια γενική προτροπή σε βία και ότι ο Γ. Ρουπακιάς υπερέβη τα εσκαμμένα. Ο μάρτυρας επισήμανε ότι δεν τελούσε σε καθεστώς φόβου ή απειλών όταν τέθηκε σε προστασία αλλά του προτάθηκε από τις ανακριτικές αρχές και ο ίδιος το αποδέχτηκε διότι αυτή ήταν η διαδικασία.

IV. Αίτημα υπεράσπισης

Η υπεράσπιση υπέβαλε αίτημα παρουσίας και εξέτασης του μάρτυρα και σε μεταγενέστερη δικάσιμο προκειμένου να εξεταστεί και από άλλους συνηγόρους υπεράσπισης, καθώς και τον κατηγορούμενο Ι. Λαγό, που απουσίαζαν. Η Εισαγγελέας αντέτεινε ότι το αίτημα δεν υποβλήθηκε εγκαίρως. Το Δικαστήριο, δια της Προέδρου, αποφάνθηκε ότι ο μάρτυρας ολοκλήρωσε την κατάθεση του.

Το Δικαστήριο διέκοψε για τις 16/01/25 και κάλεσε τους μάρτυρες Δημητράκο και Τεζάρη.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΙΣ

Search
ΑΡΧΕΙΟ