184η συνεδρίαση, Αίθουσα Τελετών Εφετείου Αθηνών, 02/10/2025
Ι. Πρόσβαση στο δικαστήριο
Υπήρχε η δυνατότητα πρόσβασης και παρακολούθησης της δίκης, με επίδειξη και παρακράτηση της αστυνομικής ταυτότητας, μέχρι τη συμπλήρωση των θέσεων του κοινού στην αίθουσα του ακροατηρίου.
ΙΙ. Παρουσία κατηγορουμένων
Παρόντες ήταν οι κατηγορούμενοι: Α. Γρέγος, Γ. Δήμου, Μ. Ευγενικός, Θ, Μαρίας, Κ. Παπαδόπουλος και Ι. Λαγός .
ΙΙΙ. Απολογίες κατηγορουμένων
Κατά τη σημερινή δικάσιμο, απολογήθηκαν οι κατηγορούμενοι Α. Γρέγος, Γ. Δήμου, Θ. Μαρίας και Κ. Παπαδόπουλος.
Ο κατηγορούμενος Α. Γρέγος, κατά την απολογία του, κατέθεσε ότι ήταν βουλευτής Α’ Θεσσαλονίκης, εκλεγείς με το κόμμα της Χρυσής Αυγής στις εκλογές του 2012 και έως το 2019. Ως προς την ένταξη του στη Χ.Α. ανέφερε ότι ήταν μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και του Εθνικού Συμβουλίου. το οποίο απαρτιζόταν από 70-80 άτομα από όλη την Ελλάδα και στα πλαίσια του οποίου ασχολούνταν με τον τομέα της Β. Ελλάδας αλλά και με «άτομα με προβλήματα», όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, και με τον τομέα του αθλητισμού. Απολογούμενος, κατέθεσε ότι εφόσον το κόμμα είχε έγκριση από τον Άρειο Πάγο δεν είχε λόγο να είναι επιφυλακτικός. Ανέφερε ότι τηρεί τους όρους αποφυλάκισής του απαρέγκλιτα και έχει λευκό ποινικό μητρώο. Ενώ, επισήμανε ότι δεν έχει καμία σχέση με επεισόδια και ότι στην περιοχή του «δεν σημειώθηκε το παραμικρό και ότι ήταν όλα απολύτως νόμιμα».
Ο κατηγορούμενος σε σχετική ερώτηση της έδρας, απάντησε ότι παραβρέθηκε στην Κόρινθο – έξω από στρατόπεδο που φυλάσσονταν παράτυποι μετανάστες – μαζί με τους Ε.Μπούκουρα και Η.Παναγιώταρο, επισημαίνοντας, όμως, ότι υπήρχε πολύ ένταση από τον κόσμο και ότι η παρουσία τους βοήθησε να ηρεμήσουν τα πράγματα.
Για την υπόθεση Φύσσα κατέθεσε ότι δεν γνωρίζει τίποτα, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι δεν γνωρίζει ούτε καν πού είναι το Κερατσίνι, «και μάλιστα πέρασαν μέρες και δεν είχα καταλάβει τι έγινε». Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι καταδικάζει τη δολοφονία, επισημαίνοντας ωστόσο ότι ήταν «συμπλοκή αμφοτέρων πλευρών». Ενώ, για τον Γ.Ρουπακιά κατέθεσε ότι «κάποιοι λέγανε ότι ήταν στην καντίνα, ότι ήταν πρώην αριστερός. Αλλά αυτό δεν λέει κάτι. Ερχόταν κόσμος από διάφορα background». Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις της έδρας, κατέθεσε ότι υπήρχε κάρτα μέλους και ότι η διαδικασία που αφορούσε τα δόκιμα μέλη ήταν τυπική και είχε να κάνει με την συστηματική και συχνή παρουσία κάποιου, ο οποίος περνούσε και μια διαδικασία. Επίσης, ανέφερε ότι υπήρχε κάρτα υποστηρικτή που δόθηκε σε πολύ κόσμο κατά την επίδικη περίοδο. Ως προς την ύπαρξη καταστατικού κατέθεσε ότι δεν το γνώριζε. Αρνήθηκε την ύπαρξη στρατιωτικής εκπαίδευσης. Ενώ, ως προς την ενδυμασία, ανέφερε μόνο τις μαύρες μπλούζες με το λογότυπο του κόμματος.
Ως προς την υπόθεση των Αιγυπτίων αλιεργατών, κατέθεσε ότι οι πολιτικοί αντίπαλοι και τα Μ.Μ.Ε. τούς απέδιδαν διάφορα. Επισήμανε, όμως, ότι κατά την εκτίμηση του η επίθεση έγινε από μέλη της Χ.Α., αλλά δεν ήταν και παρών για να το επιβεβαιώσει.
Κατέθεσε ότι ο Ν.Μιχαλολιάκος μπορεί να φαίνεται ακραίος, ωστόσο επισήμανε ότι έβγαζε αίσθημα πατριωτισμού, και ότι “μπορεί να ξέφευγε, ποτέ όμως δεν παρενέβαινε στο έργο μας”. Για την υπόθεση των επιθέσεων στις λαϊκές αγορές κατέθεσε ότι δεν του άρεσαν, επισήμανε ωστόσο ότι δεν είχαν ποινικό αποτύπωμα. Σε σχετική ερώτηση της Εισαγγελέα, χαρακτήρισε πολιτική, την- σε βάρος τους- δίωξη, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά ότι “αν δεν είχα εκλεγεί εγώ βουλευτής το ’12, δεν θα ήμουν εδώ”. Ενώ, για τη δολοφονία του Σ. Λουκμάν και άλλες έκνομες ενέργειες επισήμανε ότι ασχολούνταν μόνο με τα κοινοβουλευτικά του καθήκοντα. Κατονόμασε τα μέλη του πενταμελούς διοικητικού οργάνου της τοπικής οργάνωσης στη Θεσσαλονίκη, αναφέροντας ως γραμματέα τον Αρτ. Ματθαιόπουλο, αλλά επισήμανε ότι ο ίδιος δεν συμμετείχε στη δράση της εν λόγω τοπικής. Ως προς την επισήμανση της Εισαγγελέα, ότι έχει πολλές δικαστικές εμπλοκές, απάντησε ότι κατηγορήθηκε για πολιτικούς λόγους. Τέλος, για την εμπλοκή στενού του συνεργάτη σε υπόθεση απειλής εναντίον Αλβανών μεταναστών, κατέθεσε ότι του είχε κάνει παρατήρηση να μην χρησιμοποιεί το όνομά του και τον εκθέτει.
Στη συνέχεια, κλήθηκε να απολογηθεί ο κατηγορούμενος -εμπλεκόμενος στην υπόθεση της ανθρωποκτονίας του Π. Φύσσα- Γ. Δήμου. Στην αρχή της απολογίας του, επισήμανε ότι απεχθάνεται κάθε μορφή βίας. Ενώ, περιγράφοντας την εμπλοκή του στην Χ.Α., ανέφερε ότι είδε να μοιράζουν τρόφιμα στην οδό Καισαρείας, όπου βρίσκονταν τα γραφεία της τοπικής οργάνωσης της Νίκαιας και του είπαν να απευθυνθεί στον Γ. Ρουπακιά, που τον υπέδειξαν ως υπεύθυνο για τη διανομή τροφίμων. Ο τελευταίος του επισήμανε ότι «εδώ παίρνουν μόνο τα μέλη. Θα δώσεις μια συνδρομή 20 ευρώ και θα ερχόμαστε κάθε Παρασκευή». Σε σχετική ερώτησης της έδρας απάντησε ότι ο Γ.Ρουπακιάς ήταν ταμίας στο πενταμελές διοικητικό όργανο της τοπικής και υπεύθυνος του κυλικείου. Ο κατηγορούμενος κατέθεσε ότι, το βράδυ της ανθρωποκτονίας του Π. Φύσσα, έλαβε ένα μήνυμα στο κινητό του τηλέφωνο και αμέσως τηλεφώνησε στον Γ. Ρουπακιά για να τον ρωτήσει περί τίνος επρόκειτο. Εκείνος του απάντησε ότι δεν γνώριζε. Στη συνέχεια κάλεσε τον Γ.Πατέλη, ο οποίος του είπε να είναι σε 20′ στα γραφεία της τοπικής οργάνωσης στη Νίκαια. Κάλεσε τον συγκατηγορούμενο του Γ. Σκάλκο, ο οποίος είχε ένα δίκυκλο και μαζί μετέβησαν στα γραφεία της τοπικής. Εκεί είδε 6-7 άτομα επίσης σε μηχανάκια και αναγνώρισε τον συγκατηγορούμενο του Κομιανό, ο οποίος του είπε «πάμε για μάχη», «πιάσαν κάποιους δικούς μας στο Κερατσίνι». Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι όλα τα συγκεντρωμένα – έξω από τα γραφεία της τοπικής οργάνωσης- μηχανάκια έφυγαν και περνούσαν όλα τα φανάρια. Κατέθεσε ότι, στη συνέχεια, ο ίδιος και ο συγκατηγορούμενος τους Γ.Σκάλκος, σταμάτησαν σε κάποιο βενζινάδικο και τότε τηλεφώνησε εκ νέου στον Γ.Ρουπακιά, ο οποίος του απάντησε ότι βρισκόταν στο αστυνομικό τμήμα. Ενώ ακολούθως κάλεσε και τον Γ.Πατέλη. Ανέφερε, επίσης, ότι ο Γ. Τσακανίκας, τον κάλεσε την επομένη της δολοφονίας και του ζήτησε να βρεθούν γιατί τον ήθελε ο Ι.Λαγός. Όταν βρέθηκαν στο προκαθορισμένο ραντεβού, ο Γ. Τσακανίκας, τού ζήτησε να αναλάβει την ευθύνη της ανθρωποκτονίας, καθώς ήταν ο πρώτος με τον οποίο επικοινώνησε ο Γ. Ρουπακιάς, προκειμένου να μην ενοχοποιηθεί η τοπική οργάνωση της Νίκαιας, απειλώντας τον ότι «αν δεν τα πεις αυτά, εμείς τους προδότες τους σκοτώνουμε».
Ο κατηγορούμενος επισήμανε ότι είχε λάβει κάρτα μέλους, ενώ για την ενδυμασία ανέφερε ότι μόνο η ομάδα ασφαλείας έφερε στολή και κατονόμασε όλους τους συγκατηγορούμενους του ως μέλη της ανωτέρω ομάδας, στα καθήκοντα της οποίας ήταν να περιφρουρούν τα γραφεία της τοπικής. Σε σχετικές ερωτήσεις της Εισαγγελέα, απάντησε ότι η κακή οικονομική του κατάσταση τον οδήγησε στις διανομές τροφίμων της οργάνωσης και στη συνέχεια στην ένταξη σε αυτήν. Ενώ, πλείστες φορές επισήμανε την αδύναμη και κλονισμένη κατάσταση της υγείας του, προκείμενου να καταδείξει ότι δεν θα ήταν δυνατόν να συμμετάσχει σε βίαιες ενέργειες εξαιτίας της. Επίσης, ανέφερε ότι παρόλο που ο ίδιος ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία, απευθυνόταν στον Γ. Ρουπακιά στον πληθυντικό λόγω σεβασμού, επειδή ήταν στέλεχος και ότι τον κάλεσε λόγω ιεραρχίας, όπως του είχε υποδείξει ο Γ. Πατέλης. Επισημαίνουμε ότι ο συνήγορος του κατηγορούμενου σε σχετική του παρέμβαση, τόνισε ότι η επίκληση του ονόματος του Ι. Λαγού ήταν εκπορευόμενη από τον Γ.Τσακανίκα, αμφισβητώντας την εμπλοκή του Ι. Λαγού. Καθώς, επίσης, ότι ο εντολέας του ακολούθησε μία διαδρομή που δεν είχε καμία σχέση με το «Κοράλλι».
Απολογήθηκε, επίσης, ο κατηγορούμενος Θ. Μαρίας, εμπλεκόμενος στην υπόθεση των Αιγυπτίων αλιεργατών. Ο κατηγορούμενος περιέγραψε τον εαυτό του – κατά την επίδικη περίοδο- ως ένα 19χρονο άτομο, 45 κιλών, που έφερε νάρθηκα στο δάχτυλο. Δήλωσε κατηγορηματικά ότι «ουδεμία σχέση είχα με τη Χ.Α. Δεν έχω λάβει μέρος στα γεγονότα που κατηγορούμαι». Κατέθεσε ότι γνώριζε τον αδελφό του συγκατηγορούμενου του Μ.Ευγενικό, Χρήστο και τον επίσης συγκατηγορούμενο του Κ.Παπαδόπουλο με τον οποίο ήταν παιδικοί φίλοι. Ανέφερε ότι ο Δ. Αγριογιάννης ήταν Περαματιώτης, αλλά δεν έκαναν παρέα. Κατέθεσε ότι έκαναν βόλτες με το μηχανάκι του Κ. Παπαδόπουλου και σταμάτησαν στην καφετέρια «ΒΕΑΤ» και εκεί συναντήθηκαν και με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους της ανωτέρω υπόθεσης. Στη συνέχεια, μετέβησαν σε βενζινάδικο και εκεί τους συνέλαβε η αστυνομία. Σε σχετική ερώτηση της έδρας, απάντησε ότι κανείς δεν φορούσε μπλούζα της Χ.Α. Ενώ, στην επισήμανση της Προέδρου ότι στην απολογία του – κατά την ανάκριση- ανέφερε ότι οι Μ.Ευγενικός και Α.Πανταζής φορούσαν μπλούζες με το σχετικό λογότυπο, ο κατηγορούμενος επισήμανε ότι δέχτηκε μεγάλη πίεση από την ανακρίτρια, κ. Κλάπα, για την οποία ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «αυτή έκανε κουμάντο και ότι ήθελε ντε και καλά να κατονομάσω δεύτερο άτομο. Ήμουν μικρός και χαζός». Στην επισήμανση της Εισαγγελέα ότι σε αρχείο που βρέθηκε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του Γ.Πατέλη υπάρχει καταγεγραμμένο το όνομα του, απάντησε ότι μάλλον επρόκειτο για τον θείο του που είχε πάρει τρόφιμα και ότι σε κάθε περίπτωση είναι ένα λευκό χαρτί που δεν αποδεικνύει τίποτα. Επισήμανε ότι η αστυνομικός που τους συνέλαβε, έκανε λάθος στην κατάθεση της ως προς την ώρα της σύλληψης. Επίσης, αρνήθηκε ότι άλλαξαν τις μπλούζες – που έφεραν το λογότυπο της Χ.Α. -μέσα στο κρατητήριο. Χαρακτήρισε τον εαυτό του «ένα παιδάκι 46 κιλά με σπασμένο δάχτυλο» και επισήμανε ότι δεν αναγνωρίστηκε από τα θύματα μέσα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με βεβαιότητα.
Η απάντηση του κατηγορούμενου ότι η συνήγορος του, κ. Πούλια, δεν ήταν παρούσα κατά την εξέταση του από την ανακρίτρια, κ. Κλάπα, προκάλεσε την παρέμβαση του συνηγόρου υποστήριξης της κατηγορίας, Α. Καμπαγιάννη, ο οποίος επισήμανε ότι πρόκειται για σοβαρή κατηγορία σε βάρος της συνηγόρου του καθώς άπτεται πειθαρχικού ελέγχου η απουσία συνηγόρου από την εν λόγω διαδικασία. Ενώ, σε σχετική ερώτηση του ανωτέρω συνηγόρου, σχετικά με την αναφορά του Ι. Λαγού στις 16/7/2025 στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ότι αστυνομικός τον κάλεσε τηλεφωνικά και του είπε ότι συνελήφθησαν άτομα της Χ.Α. – αναφερόμενος στη σύλληψη τους- ο κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν γνώριζε απολύτως τίποτα.
Στη συνέχεια απολογήθηκε ο κατηγορούμενος Κ. Παπαδόπουλος εμπλεκόμενος, επίσης, στην υπόθεση των Αιγυπτίων αλιεργατών. Κατέθεσε ότι δεν έχει καμία σχέση με τη Χ.Α. και ότι απλώς έκανε μια βόλτα με τον φίλο του Θωμά Μαρία και συναντήθηκαν με τον αδελφό του Μ. Ευγενικού, Χρήστο, ο οποίος ήταν και συνοδηγός του στο δίκυκλο που οδηγούσε. Στη συνέχεια, βρέθηκαν στο κατάστημα «ΒΕΑΤ», όπου συνάντησαν τον Μάρκο Ευγενικό με τον Α. Πανταζή. Κατόπιν, συναντήθηκαν με τον Δ. Αγριογιάννη και μετακινήθηκαν προς την περιοχή του Σχιστού όπου και συνελήφθησαν σε ένα βενζινάδικο. Κατέθεσε ότι δεν πρόσεξε αν κάποιος φορούσε μπλούζα με το λογότυπο της Χ.Α. Επισήμανε ότι η διαδικασία της αναγνώρισης τους στο αστυνομικό τμήμα δεν ήταν η δέουσα. Ως προς τη σχετική φωτογραφία που εικονίζεται με άλλους κατηγορούμενους, ανέφερε ότι του προσέφεραν 50 ευρώ για να πάρει μέρος σε μια εκδήλωση, για να έχει κόσμο, αλλά στη συνέχεια ερωτηθείς από την Εισαγγελέα ανέφερε ότι δεν ήταν ο ίδιος αλλά κάποιος που του έμοιαζε. Κατέθεσε ότι γνώριζε τα θύματα της επίθεσης, καθώς, και ο ίδιος, εργαζόταν σε ιχθυοπωλείο. Αναφέρθηκε στην παρουσία δικηγόρου –όταν συνελήφθησαν και βρίσκονταν στο αστυνομικό τμήμα- που είχε σταλεί από την Χ.Α. χωρίς ωστόσο να μπορεί να υποδείξει ποιος τον κάλεσε
IV. Αίτημα συνηγόρου υπεράσπισης.
Ο συνήγορος του κατηγορούμενου Θ. Μαρία, υπέβαλε αίτημα στο Δικαστήριο να προβληθεί η φωτογραφία την οποία επικαλέστηκε η Εισαγγελέας, καθώς όπως τόνισε είναι το μοναδικό ψηφιακό εύρημα που αφορά τον εντολέα του.
Το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε ως προς το αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης και διέκοψε για την επόμενη δικάσιμο, την Τετάρτη 08 Οκτωβρίου 2025.

