BLOG all updates

373.jpg

Ημέρα 373: Υπέθεσε ότι «είναι τα παιδιά» από τα γραφεία.

373η Δικάσιμος, Αίθουσα Τελετών Εφετείου Αθηνών, 24/7/2019

Ι. Πρόσβαση στο δικαστήριο

Εξακολουθεί να υπάρχει η δυνατότητα πρόσβασης και παρακολούθησης της δίκης, με επίδειξη και παρακράτηση της αστυνομικής ταυτότητας, μέχρι τη συμπλήρωση των θέσεων του κοινού στην αίθουσα του ακροατηρίου. Υπήρχε παρουσία δημοσιογράφων και κοινού.

II. Παρουσία των κατηγορουμένων

Αυτοπροσώπως παρόντες από την αρχή της διαδικασίας: Ι. Β. Κομιάνος, Α. Μ. Αναδιώτης, Λ. Τσαλίκης, ενώ προσήλθαν μετά την έναρξη οι Γ. Ρουπακιάς, Α. Τσόρβας, Κ. Κορκοβίλης και Γ. Τσακανίκας.

ΙΙΙ. Απολογίες κατηγορουμένων

Απολογία Τσαλίκη

Όπως κατέθεσε, είναι οδηγός σε μεταφορική από το 2015 και κατοικούσε έως το 2013 σε απόσταση 50 μέτρων από το Κοράλλι, σε πολυκατοικία με μπαλκόνι επί της Παύλου Μελά. Ψήφισε Χρυσή Αυγή τον Ιούλιο 2012 κι έπειτα επισκέφθηκε δύο φορές τα γραφεία της Νίκαιας για διανομή τροφίμων λόγω οικονομικών προβλημάτων. Τον ενημέρωσε ο Άγγος, πού έμενε απέναντί του, από το 2010, έδειξε την ταυτότητά του και πήρε τρόφιμα, αλλά δεν ξαναπήγε, δεν είχε σχέσεις με την πολιτική. Με τον Άγγο όμως έπιναν καφέ τα σαββατοκύριακο στο σπίτι του, του είχε συστήσει τον Πατέλη σαν υπεύθυνο, το Μιχάλαρο που ήταν οικογενειακός φίλος του Άγγου, αλλά με τους λοιπούς συγκατηγορούμενους γνωρίστηκε στη ΓΑΔΑ, πλην του Καλαρίτη, που ήταν επίσης γείτονάς του, και μετακόμισε πριν την ανθρωποκτονία.

Στις 17/9 βρήκε τον Άγγο στο Κοράλλι, όπου ήδη παρακολουθούσε τον αγώνα, ο οποίος του είπε ότι μία παρέα αποτελούμενη από μία κοπέλα και τέσσερις άντρες «του είπε κάτι για την Πηγάδα», επειδή φορούσε μπλούζα της Χρυσής Αυγής. Ο ίδιος δεν κατάλαβε, καθώς δεν ήξερε τι είναι η Πηγάδα και δε ρώτησε, και όσο χρόνο έμεινε εκεί δεν είδε και δεν άκουσε να τον ενοχλούν. 20 λεπτά πριν τελειώσει ο αγώνας, περί τις 10:30, έφυγαν γιατί ο Ολυμπιακός έχανε και πήγε έκαστος στο σπίτι του. Ο ίδιος παρέμεινε στον υπολογιστή του έως 1 παρά και κάλεσε τον Άγγο 11:30 να τον κοροϊδέψει που ο Ολυμπιακός «έφαγε και τέταρτο γκολ», τον Καλαρίτη 3-4 φορές για να τον κοροϊδέψει επίσης καθώς «τέτοιες ώρες μιλάνε», και με τη Βενετία Πόπορη, αστυνομικό, γιατί έψαχνε για αποκλειστική νοσοκόμα για τη μητέρα της και τον είχε καλέσει όταν ήταν στο Κοράλλι, αλλά δεν μπορούσε να την ακούσει. Βέβαια, όπως ερωτήθη αργότερα από την Εισαγγελέα, η Πόπορη κατέθεσε ότι τον κάλεσε για να κάνει εκείνος τη μεταφορά της στο νοσοκομείο, με τον κατηγορούμενο να δηλώνει άγνοια.

Σε συνέχεια των ερτήσεων της Προέδρου, κατέθεσε ότι είχε δανείσει τη μηχανή του στο Σταματιάδη, οικογενεικό φίλο, περί τις 9:30, που θα την επέστρεφε κατά τις 12, και κάλεσε κι εκείνον 12 και κάτι, ο οποίος του είπε ότι είναι στην Τσαλδάρη και θα βάλει τη μηχανή στη δική του αυλή, όπου την πάρκαρε πάντα και ο ίδιος, και του έφερε τα κλειδιά στις 12:30, όπου και παρέμεινε συζητώντας για τον αγώνα για 20 λεπτά, ενημερώνοντάς τον ότι «έγινε φασαρία για το ποδόσφαιρο». Ωστόσο, 12:00 με 12:30 ο απολογούμενος είχε ακούσει σειρήνες, αλλά δεν έδωσε σημασία. Άκουσε και βαβούρα από κόσμο, αλλά θεώρησε ότι είναι λόγω της λήξης του αγώνα και τίποτε από όλα αυτά δεν τον έκανε να ανοίξει τη μπαλκονόπορτα. Ενημέρωσε όμως τον Καλαρίτη το ίδιο βράδυ ότι «έγιναν επεισόδια στην Τσαλδάρη για το ποδόσφαιρο. Την επόμενη ημέρα έμαθε για τη δολοφονία, αλλά δεν επικοινώνησε με κανέναν απολύτως. Μίλησε μόνον με τον Άγγο που τον είδε στο μπαλκόνι του δύο μέρες μετά, αλλά δεν ήξερε κι εκείνος τι ακριβώς έγινε. «Τους έβαλε όλους στην απόρριψη» γιατί ήταν στη Χρυσή Αυγή και όσα άκουγε δεν του άρεσαν, ενώ αναφερόταν και το όνομά του, επειδή ήταν στην καφετέρια με τον Άγγο. Δεν ήθελε να μάθει, δεν έδωσε σημασία.

Κατόπιν ερωτήσεων της Εισαγγελέως είπε ότι εκείνο το βράδυ δεν ήταν στο Κοράλλι ο Μιχάλαρος, ότι η κατάθεσή του κατά την ανάκριση, πως δε βρισκόταν στο Κοράλλι αφορούσε για το χρόνο του επεισοδίου, και ότι ο Άγγος έκανε δύο κλήσεις, τη μία προς το Μιχάλαρο. Όταν ερωτήθη γιατί ο Μιχάλαρος λέει ότι τον κάλεσε να τον ρωτήσει τι συνέβη, ο απολογούμενος είπε ότι δεν ξέρει πού βρήκε το θάρρος να τον καλέσει τόσο αργά (01:00 π.μ.) κι ότι δε θυμάται την ερώτηση, αλλά η δική του απάντηση ήταν «1-4, κλείσε» (για τον αγώνα). Δεν έλαβε ποτέ μήνυμα από την τοπική καθώς δεν είχε σχέση με τη Χρυσή Αυγή, εξηγώντας ότι η φωτογραφία όπου απεικονίζεται με τον Πατέλη, το Μιχάλαρο και άλλους να χαιρετούν ναζιστικά είναι από τη δεύτερη φορά που πήγε στα γραφεία κι ότι εκείνος σηκώνει τη γροθιά του. Δε γνώριζε τον Παύλο Φύσσα, δεν του είπε αν σχεδίαζε κάτι ο Άγγος εκείνο το βράδυ, δεν άκουσε την κοπέλα του να φωνάζει. Εξήγησε δε ότι όταν στην απολογία του υπέδειξε πού καθόταν ο Φύσσας, είχε δει το πρόσωπό του μετά τη δολοφονία, με τον Ντόκο να σχολιάζει ότι αυτό δεν προκύπτει από την απολογία. Στην Τουλφόγλου εξήγησε ότι όταν στην απολογία του είπε «περί τις 1:05 δέχθηκα κλήση από το Μιχάλαρο κι επειδή είχα μπει σπίτι μου, του είπα «θα σε πάρω αύριο»», εννοούσε ότι μόλις είχε ξαπλώσει.
Σε ερωτήσεις της πολιτικής αγωγής ότι σήμερα μίλησε πρώτη φορά για συμπλοκή για το ποδόσφαιρο, ο απολογούμενος επανέλαβε ότι αυτό του είπε ο Σταματιάδης, ενώ δε θυμόταν το μήνυμά του προς τον Άγγο «παρακολουθούν τα τηλέφωνα, προσοχή» και παρότι αναφέρει στην απολογία του ότι το βράδυ της 17/9/2013 ο Σταματιάδης είπε σε εκείνον, παρουσία του Χάλαρη, ότι υπήρξε σοβαρό επεισόδιο, σήμερα κατέθεσε ότι δεν ήταν παρών ο Χάλαρης. Δήλωσε ότι «πιθανόν» να μιλούσαν με τον Καλαρίτη για τα καναρίνια περί τη 1 εκείνο το βράδυ, όπως έχει καταθέσει ήδη ο Καλαρίτης, προκαλώντας γέλιο στον κατηγορούμενο Τσακανίκα.

Απολογία Αθανάσιου Τσόρβα

Σύμφωνα με όσα κατέθεσε , εργάστηκε σε διάφορες εργασίες και από το Μάιο φέτος εργάζεται ως ελασματουργός σε ναυπηγείο στο Πέραμα και κατοικεί στο Κερατσίνι. Είχε οικονομικά προβλήματα και το 2012 ο ξάδερφός του Νίκος Τσόρβας, με τον οποίο έχουν πολύ καλές σχέσεις, τον κάλεσε να πάει στη Χρυσή Αυγή γιατί διανέμουν τρόφιμα, όπου και πήγε. Η διανομή δε γινόταν στα γραφεία, δεν περίμεναν αλλοδαποί και δεν του ζήτησαν ταυτότητα. Μετά από αυτό, ζήτησε από τον ξάδερφό του να πάει στα γραφεία κι εκεί γνώρισε τον Πατέλη ως υπεύθυνο της τοπικής κι άρχισε να πηγαίνει σχεδόν όλες τις ημέρες λειτρουγίας των γραφείων της Νίκαιας. Γνώρισε τον Καζατζόγλου, τη Σκαρπέλη και γνώρισε και τον Ρουπακιά, που είναι συγγενής του εξ αγχιστείας, καθώς ο γαμπρός του είναι ο Ανδρέας Ρουπακιάς. Υπήρχαν άτομα ασφάλειας στη είσοδο, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος, επειδή είχαν προηγηθεί επιθέσεις, ώστε να ειδοποιούν την αστυνομία. Τους έλεγαν να φορούν μαύρα ρούχα γιατί αυτό το χρώμα εκπροσωπεί τη Χρυσή Αυγή, τη «μαυρίλα της χώρας», ενώ έγιναν της μόδας τα παντελόνια παραλλαγής, που φόρεσε και ο ίδιος σε κάποιες εκδηλώσεις ώστε αν είναι ομοιόμορφοι, για να αποδώσουν φόρο τιμής, όπως στο Μελιγαλά. Στις φωτογραφίες από την εκδήλωση εκεί δε θεωρεί ότι ήταν παραταγμένοι, ενώ είδε στην τηλεόραση ότι «λογοφέρανε κάποιος βουλευτής με το δήμαρχο». Δεν έχει πάει σε κατασκηνώσεις, είναι υποστηρικτής, δεν έχει ακούσει για μέλη.

Βάσει των λεγομένων του, την 17/9/2013 πήγε στα γραφεία, όπου βρίσκονταν ο Πατέλης, η Σκαρπέλη, ο Καζατζόγλου, ο Τσακανίκας και ο ξάδερφός του. Έφυγε κατά τις 8 για να δει τον αγώνα στον κουμπάρο του Βενιζέλο Νικόλαο. Πριν φύγει, του είπε ο Πατέλης ότι θα έρθει «ο αρχηγός» και ότι θα πετάξουν τρικάκια, τα οποία δεν υπήρχαν τότε, και είπε στον Πατέλη να τον ειδοποιήσει εάν κάνουν κάτι. Περί τις 11 έφυγε γιατί δεν είχε ενδιαφέρον ο αγώνας και έφυγε από το σπίτι, κι ευρισκόμενος στη Θηβών μέσα στο αυτοκίνητο έλαβε το μήνυμα «Όλοι τώρα στην τοπική, οι μακρινοί να μην έρθουν, αμέσως». Κάλεσε τον ξάδερφό του, που είχε επίσης λάβει το μήνυμα, τον παρέλαβε και πήγαν στα γραφεία, τα οποία ήταν κλειστά. Στο σημείο αυτό τοποθετήθηκε καβαλέτο στα αριστερά του κατηγορούμενου, με το χάρτη της περιοχής, όπου υποδείκνυε τις οδούς ο κατηγορούμενος. Συνέχισε λέγοντας ότι ευρισκόμενος στην Καισαρείας είδε το αμάξι του Ρουπακιά στην οδού Μούγλων και είχε βγάλει φλας για τη Λαοδικείας, και με προτροπή του ξαδέρφου του τον ακολούθησαν. Σε ερωτήσεις της Προέδρου γιατί δεν κάλεσε τον Πατέλη ή το Ρουπακιά να ρωτήσει γιατί του καλούν χωρίς να είναι κανείς στα γραφεία, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι θα ρωτούσε από το αυτοκίνητο, καθώς δεν σκέφτηκε να τηλεφωνήσει.

Ακολουθώντας τον, είδε μπροστά από το Ρουπακιά ένα μπλε αυτοκίνητο, μετά τέσσερις μηχανές με δύο επιβάτες η κάθε μία που φορούσαν μαύρα ρούχα και κράνη, και στην κεφαλή άλλα δύο αυτοκίνητα, που υπέθεσε ότι είναι από τα γραφεία και πάνε για τα τρικάκια. Λίγο πριν την Τσαλδάρη, είδε το αμάξι του Ρουπακιά να στρίβει κι έστριψε κι αυτός. Όταν έστριψε δεν είδε τις μηχανές και επί της Κεφαλληνίας ήταν περί τα 60-70 άτομα. Ο Ρουπακιάς σταμάτησε «στη μέση του δρόμου» και πίσω από τον απολογούμενο ήταν ομάδα ΔΙΑΣ. Αναρωτήθηκαν γιατί να είναι η αστυνομία εκεί, και ο ξάδερφός του πρότεινε να φύγουν και κατευθύνθηκαν προς την Εμμανουήλ Μπενάκη. Το συγκεντρωμένο πλήθος δεν κρατούσε ξύλα, ρόπαλα, ήταν κόσμος από τις καφετέριες, όπως είπε ο ίδιος. Σε ερώτηση της Προέδρου γιατί έφυγαν, ο απολογούμενος είπε ότι φοβήθηκαν. Πριν φύγουν, είδαν να τσακώνονται άτομα που έρχονται στα γραφεία και ο απολογούμενος πρότεινε να μείνουν να «χωρίσουν κανέναν δικό τους άνθρωπο», σε ερώτηση όμως ποιους είδαν που τους έκανε να επιστρέψουν, ο κατηγορούμενος είπε ότι αναγνώρισε μόνο το Ρουπακιά, είδε να «τραβάνε έναν οι αστυνομικοί» και υπέθεσε ότι «είναι τα παιδιά» από τα γραφεία. Έτσι, ενώ έφυγαν από Ξάνθου, αποφάσισαν να παρκάρουν και να γυρίσουν με τα πόδια. Επί της Παύλου Μελά είδε νεαρούς 15 – 17 ετών, να τρέχουν σε κατάσταση πανικού, αλλά δεν ήξερε τι είχε συμβεί. Ήταν και 50-60 άτομα από τις δύο πλευρές του δρόμου που φώναζαν, έβριζαν. Ήρθε πάλι η αστυνομία και κατόπιν προτροπής του ξάδερφου έφυγαν και πάλι, περνώντας από Ξάνθου και Τσαλδάρη. Δεν είδαν το αυτοκίνητο του Ρουπακιά πουθενά. Στη Λεωφόρο Σαλαμίνος συνάντησαν το Δήμου με τον Σκάλκο, αλλά δεν τους ρώτησαν τι έγινε.

Ενώ έχει φτάσει στο σπίτι του, τον κάλεσε ο Κομιανός να ρωτήσει τι είχε συμβεί γιατί είχε ακούσει ότι έγινε φασαρία στο Κερατσίνι. Κατόπιν, όπως χαρακτηριστικά είπε, «έκανε το μεγάλο λάθος» να καλέσει το Ρουπακιά, «γιατί τον είχε μπροστά του σε όλη τη διαδρομή». Ο Ρουπακιάς του είπε ότι ήταν για εξακρίβωση στο Α.Τ. Κερατσινίου, και ο απολογούμενος του απάντησε «θέλεις να σου φέρω τσιγάρα», με το Ρουπακιά να του ζητά να ενημερώσει τον Πατέλη. Τον ξανακάλεσε για να μάθει περισσότερα και τον κάλεσε και ο Ρουπακιάς δύο φορές, αλλά δε μίλησαν. Κάλεσε τον Πατέλη, ο οποίος του είπε ότι είχε δουλειά και θα μιλήσουν αύριο, ενώ ενημέρωσε και τον ξάδερφό του.

Την επόμενη ημέρα έμαθε τι είχε συμβεί, σοκαρίστηκε, φοβήθηκε και δε μίλησε με κανέναν. Μετά από τέσσερις ημέρες, η Κορίνα Γρίβα τον ενημέρωσε ότι «είναι το 21ο ένταλμα» κι εκείνη την ώρα πέταξε κάτω το τηλέφωνό του κι έσπασε. Για όλα τα ανωτέρω δε θυμόταν την ώρα, παρά την προσπάθεια της Προέδρου να κατατεθεί. Σε ερώτηση της Εισαγγελέως γιατί στην απολογία του είχε καταθέσει ότι εκείνο το βράδυ θα κουβαλούσαν ψάρια και όχι τρικάκια, απάντησε ότι «υπήρχε μία περίπτωση», ενώ υπενθύμισε ότι στην ανακρίτρια Κλάππα είπε ότι ήταν 80-100 άτομα επί της Τσαλδάρη που κρατούσαν ξύλινα ρόπαλα, και στο απέναντι πεζοδρόμιο 6-7 άτομα, με τον απολογούμενο να εξηγεί ότι η Κλάππα ήταν επιθετική κι έγραφε άλλα από αυτά που κατέθετε ο ίδιος. Απάντησε ότι δεν διάβασε την απολογία αυτή, ο γραμματέας του τη διάβασε αλλά κάποιες λέξεις δεν την καταλάβαινε επειδή είναι αγράμματος, ενώ τη δικηγόρο του την παρακάλεσε να τον αναλάβει.

Κατόπιν ερωτήσεων των συνηγόρων πολιτικής αγωγής είπε ότι δεν είδε «ξύλο» εκείνο το βράδυ, και λόγω ερωτήσεων βάσει αντιφάσεων μεταξύ των όσων καταθέτει σήμερα και των όσων έχει ήδη καταθέσει δημιουργήθηκε ένταση από τους δικηγόρους υπεράσπισης, με τον Παπαδέλλη να ζητά να μην τίθενται ερωτήσεις από τους συνηγόρους πολιτικής αγωγής, επειδή δεν έχει συνήγορο υπεράσπισης ο απολογούμενος.

Σε ερωτήσεις του συνήγορου υπεράσπισης του κατηγορούμενου Κομιανού, απάντησε ότι δεν είδε κανέναν από τους συγκατηγορουμένους του το βράδυ της 17ης Σεπτεμβρίου, ενώ ετέθη το αίτημα να τηρούνται πρακτικά με φωνοληψία, κι αν αυτό δεν είναι εφικτό από το Δικαστήριο, να γίνει με ευθύνη της υπεράσπισης.

Στο σημείο αυτό, το Δικαστήριο διέκοψε για την 25/7/2019 στην αίθουσα Τελετών του Εφετείου Αθηνών.