BLOG all updates

372.jpg

Ημέρα 372: «Φωτογραφιζόμουν για πλάκα με τη σημαία των SS που είχε φέρει ο Πατέλης»

372η συνεδρίαση, Αίθουσα Τελετών Εφετείου Αθηνών, 23/07/2019

Ι. Πρόσβαση στο δικαστήριο

Εξακολουθεί να υπάρχει η δυνατότητα πρόσβασης και παρακολούθησης της δίκης, με επίδειξη και παρακράτηση της αστυνομικής ταυτότητας, μέχρι τη συμπλήρωση των θέσεων του κοινού στην αίθουσα του ακροατηρίου. Υπήρχε σημαντική παρουσία δημοσιογράφων και κοινού.

II. Παρουσία των κατηγορουμένων

Παρόντες ήταν οι κατηγορούμενοι: : Α. Μ. Αναδιώτης, Ι. Β. Κομιάνος, Γ. Ρουπακιάς, Γ. Τσακανίκας, Λ. Τσαλίκης, Σ, Σαντοριναίος, Κ. Κορκοβίλης, Γ. Σκάλκος,

ΙΙΙ. Απολογίες κατηγορουμένων

α) Απολογία Γ. Σταμπέλου

Ο κατηγορούμενος κατέθεσε ότι εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος σε περίπτερο στην Αττική από τον Αύγουστο 2018, ενώ από το 2003 έως το 2013 εργαζόταν ως ασφαλιστικός σύμβουλος. Η σχέση του με τη Χρυσή Αυγή ξεκίνησε το 2012 που ενεγράφη ως υποστηρικτής στην τοπική της Νίκαιας, «συμπληρώνοντας μια φόρμα υποστηρικτή και δίνοντας 20 ευρώ», δηλώνοντας ότι παραμένει υποστηρικτής. Βρήκε στην τοπική ως υπεύθυνο τον Πατέλη, ως γραμματέα τη Θεώνη Σκαρπέλη και ως υπεύθυνο πολιτικής δράσης το Σπύρο Δημητριάδη, ο οποίος «εκδιώχθηκε» από το κόμμα και αντικαταστάθηκε από τον Καζατζόγλου, λίγο πριν τη δολοφονία Φύσσα. Όπως δήλωσε, δε γνωρίζει τι ακριβώς σημαίνει «πολιτική δράση», αλλά τον Καζατζόγλου τον είδε να οργανώνει μοίρασμα φέιγ βολάν, τονίζοντας ότι δε μοίραζαν «τρικάκια και τέτοια». Είπε ότι ο ίδιος ήταν «αρκετά ενεργός», ενώ έχει συμμετάσχει σε εκδηλώσεις στο Μελιγαλά και στις Θερμοπύλες.

Όπως είπε, στο Μελιγαλά το 2013 υπήρχαν ντυμένοι συγκεκριμένα με στρατιωτικό παντελόνι και την μπλούζα της τοπικής, ανάμεσα στους οποίους και ο ίδιος, αλλά αυτό δεν το θεωρεί στρατιωτικό. Διαπίστωσε «κάποιο διαπληκτισμό του Παναγιώταρου με κάποιον ηλικιωμένο», αλλά δεν ασχολήθηκε περαιτέρω. Εξήγησε ότι υπήρχε ασφάλεια στα γραφεία γιατί είχαν δεχτεί επιθέσεις. Ουδεμία επίθεση δεν έγινε όμως, παρά μόνο όταν ήταν κλειστά τα γραφεία γράφτηκαν τοίχοι. Όπως δήλωσε, δεν ήταν υποχρεωτικό, και ο ίδιος προθυμοποιήθηκε, αδυνατώντας να θυμηθεί ποιοι άλλοι είχαν προσφερθεί να καλύψουν την ασφάλεια. Όπως είπε, ο Ρουπακιάς ήρθε μετά από τον ίδιο στην τοπική και δεν είχε διαπιστώσει να προσφέρει κάτι ιδιαίτερο. Σχετικά με το παρουσιολόγιο μελών, απάντησε ότι το είδε πρώτη φορά στη δικογραφία και πώς θα μπορούσε να το γνωρίζει άλλωστε αφού «είναι ένα προσωπικό έγγραφο του Πατέλη».

Σχετικά με τη μοτοπορεία στην Ηλιούπολη, όπου έχει καταγραφεί η μηχανή της τότε αρραβωνιαστικιάς του, δε μπορεί να δώσει εξήγηση πώς δόθηκε η πινακίδα του από περιοίκους, αφού δεν ήταν εκεί, καθώς το συγκεκριμένο μηχανάκι ήταν καινούριο, «άστρωτο», αγοράστηκε 5 ημέρες πριν, και βάσει του εγχειριδίου του πρέπει τα πρώτα 800 χιλιόμετρα να κινηθεί «μονοκάβαλο» και με ανώτατη ταχύτητα 60 χλμ. Επομένως δε θα μπορούσε να συμμετάσχει. Στο σημείο αυτό παρενέβη η συνήγορός του κατηγορούμενου κυρία Βελέτζα, υπενθυμίζοντάς του τις κατατεθειμένες πινακίδες, προκαλώντας την αντίδραση της Προέδρου καθώς απαγορεύεται δικονομικά να παρεμβαίνουν οι συνήγοροι στις απολογίες των κατηγορούμενων. Ο δε κατηγορούμενος κατέθεσε εν συνεχεία ότι οι περίοικοι είχαν δώσει και πινακίδες που είχαν ήδη κατατεθεί.

Σχετικά με τον κατηγορούμενο Λαγό κατέθεσε ότι ερχόταν πολύ συχνά στα γραφεία, αλλά είχαν τυπικές σχέσεις. Δήλωσε ότι ζήτησε τη βουλευτική του κάρτα και από εκεί πήρε το τηλέφωνό του, δεν αντάλλασαν μηνύματα ή οτιδήποτε άλλο, αλλά δήλωσε ρητά ότι στο τηλέφωνο αυτό απαντούσε ο ίδιος, παρά τους ισχυρισμούς της κατηγορούμενης Μπενέκη, τους οποίους γνώριζε.

Ακόμη, κατέθεσε ότι στις 17/9/2013 στα γραφεία της Νίκαιας είδε τους Πατέλη και Καζατζόγλου σίγουρα, και τον Τσακανίκα με επιφύλαξη. Κατέθεσε ότι δεν έχει πάει σε κατασκήνωση, καθώς την ημέρα που πήγαν στη Νέδα εκείνος έφυγε στη Χαλκιδική για διακοπές. Όπως είπε, ο ίδιος δεν έχει ορκιστεί ποτέ, ενώ είδε τις φωτογραφίες από την κατασκήνωση κατόπιν της δολοφονίας στο διαδίκτυο κι απ’ ό, τι άκουσε «δεν ήταν όρκος αλλά κάτι αρχαιοελληνικό», για το οποίο δεν ενδιαφέρθηκε καθόλου να μάθει. Όσο για το ναζιστικό χαιρετισμό, δήλωσε ότι δεν τον θεωρεί ναζιστικό, καθώς ξεκινάει από τους αρχαίους Έλληνες, που τον καπηλεύτηκε πρώτος ο Χίτλερ «και ο άνθρωπος που είπε το «όχι» το ’40 χαιρετούσε έτσι», ενώ αναφέρθηκε σε γαμμάδια, σβάστικες και μαίανδρους, με τα οποία «η Ελληνική Βουλή είναι γεμάτη», εκκλησίες, το Α’ Νεκροταφείο, και όχι μόνο είναι αρχαιελληνικά, αλλά τα βρίσκουμε και σε σουβενίρ, όπως συνέβη στο δρόμο για το Μελιγαλά όπου έκαναν μία στάση.

Επανερχόμενος στο βράδυ της 17ης Σεπτεμβρίου, κατέθεσε ότι ήταν στα γραφεία έως τις 9, όπου και τον ενημέρωσε ο Πατέλης ότι την Πέμπτη, κατά την προγραμματισμένη ομιλία του Λαγού, θα «κατέβει και ο γενικός γραμματέας του κόμματος», γεγονός που έφερε αναστάτωση. Ο ίδιος πήγε με την τότε αρραβωνιαστικιά του στα Πατήσια, στο σπίτι της αδερφής της ονόματι Ελπίδα, που γιόρταζε εκείνη την ημέρα, όπου και έφτασαν κατά τις 10 παρά. Έμεινε στο σπίτι έως τις 11:30, καθώς είχε «προθυμοποιηθεί» να περάσει μετά την επίσκεψη από το γραφεία, ώστε να πάρει τρικάκια να τα πετάξει στο Μοσχάτο, όπου κατοικούσε. Σε ερώτηση της Προέδρου εάν έχει ξαναπάει να μοιράσει τρικάκια τη νύχτα απάντησε αμέσως «ποτέ», δηλώνοντας λίγο αργότερα «εντάξει το ποτέ το αναιρώ». Κάλεσε τον Πατέλη στις 11:25, ο οποίος του είπε να επικοινωνήσει με τον Καζατζόγλου. Όπως είπε, δεν έλαβε ποτέ μήνυμα του Πατέλη. Συνάντησε τον Καζατζόγλου, που φορούσε «ένα τζιν κι ένα μπλουζάκι» και ήρθε με το αυτοκίνητό του, ένα μαύρο Toyota Corolla, «τέρμα Καισαρείας», 2-3 τετράγωνα από τα γραφεία, και παρέλαβε χίλια τρικάκια. Όπως απάντησε, δεν τα πέταξε ποτέ αυτά τα τρικάκια, καθώς θα τα πέταγε την επόμενη ημέρα αλλά έγινε η ανθρωποκτονία, διορθώνοντας αμέσως τα λεγόμενά του και δηλώνοντας ότι δεν τα πέταξε επειδή μίλησε με το Ρουπακιά. Ως «απλός υποστηρικτής», δε γνωρίζει από πού παρέλαβε τα τρικάκια ο Καζατζόγλου.

Σε ερώτηση της Προέδρου σχετικά με τον ισχυρισμό του Ρουπακιά ότι ο Καζατζόγλου άφησε το κινητό του στο αυτοκίνητο του Ρουπακιά, είπε ότι έχει την εντύπωση ότι Καζατζόγλου κατέθεσε ότι ξέχασε το κινητό του αφού μίλησε με τον ίδιο. Μετά την παραλαβή, κι ενώ δούλευε την επόμενη ημέρα κι έπρεπε να μοιράσει τα τρικάκια, πήγε σε ένα σουβλατζίδικο και περί τις 12, κατευθυνόμενος πλέον για το σπίτι του, σκέφτηκε να καλέσει τον Πατέλη να τον ενημερώσει ότι έχει πάρει τα τρικάκια και είναι καθ’ οδόν για Μοσχάτο. Επειδή όμως στα κινητά του διατηρούσε το ευρετήριο πρώτα με το όνομα και μετά με το επώνυμο, έβγαινε πρώτα «Γιώργος Πατέλης» και μετά «Γιώργος Ρουπακιάς» και μπερδεύτηκε κινούμενος και κάλεσε το Ρουπακιά, με την Πρόεδρο να υπενθυμίζει ότι η λίστα στον κατάλογο του κινητού του, δεν είναι αλφαβητική. Εξήγησε ότι προέβη σε πρώτη κλήση 12:10, κατά την οποία ο Ρουπακιάς το έκλεισε αμέσως, και σε δεύτερη 12:11, όπου μόλις απάντησε ο Ρουπακιάς, του είπε «δεν μπορώ να μιλήσω. Έχω μαχαιρώσει άνθρωπο, με συλλαμβάνουν και μου παίρνουν το κινητό». Σταμάτησε με το μηχανάκι και «ασυναίσθητα», «μέσα στον πανικό του» κάλεσε το Λαγό να τον ενημερώσει.

Στις επίμονες ερωτήσεις της Προέδρου γιατί να ενημερώσει για έναν άνθρωπο που έχει δει απλώς στα γραφεία, πώς συνέδεσε το γεγονός με το Λαγό, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι «δεν το συνέδεσε με το κόμμα» κι ότι ακόμα και σήμερα του φαίνεται περίεργο το γιατί κάλεσε τον «κύριο Ιωάννη Λαγό». Είπε λοιπόν στο Λαγό για το ποιος είναι και ότι τυχαία ενημερώθηκε για την πράξη του Ρουπακιά, με την Πρόεδρο να ρωτά στο σημείο αυτό αν γνώριζε το Ρουπακιά ο Λαγός, και τον κατηγορούμενο να απαντά ότι «έχει κενό μνήμης», «έχουν σβήσει όλα», προκαλώντας γέλια στο κοινό. Ακολούθως, όπως κατέθεσε, γύρισε σπίτι του, πέταξε τα τρικάκια στα σκουπίδια «πάνω στον πανικό του» και μίλησε με τον Πατέλη τρεις φορές 12:30 με μία παρά. Την επόμενη πληροφορήθηκε από τα μέσα ότι υπήρχαν και άλλα άτομα με το Ρουπακιά, δε θυμάται να συνάντησε κάποιον, παρά μόνο τον Τσακανίκα, αλλά δε συζήτησαν κάτι επί του θέματος.

Σε ερωτήσεις της Εισαγγελέως είπε δε γνωρίζει για ποιο λόγο ο Ρουπακιάς τον υπέδειξε ότι ήταν έξω από την τοπική με τη μηχανή, ότι δε γνωρίζει την καφετέρια Κοράλλι κι ότι δεν άκουσε καθόλου φασαρία εκείνο το βράδυ. Η Βάρκα ρώτησε γιατί δεν έχει εντοπιστεί το τυπογραφείο που τύπωσε τα τρικάκια, καθώς αποτελεί βασικό ισχυρισμό, με τον κατηγορούμενο να απαντά ότι δεν παρέλαβε εκείνος τα τρικάκια.

Ο Μαλαγάρης, συνήγορος πολιτικής αγωγής, προσκόμισε την από 26/3/2014 απολογία του όπου αναφέρει ότι «οι κλήσεις έγιναν από το κινητό του τηλέφωνο, αλλά όχι από τον ίδιο», με τον κατηγορούμενο να απαντά ότι αυτό το υπόμνημα το υπογράφει ο συνήγορός του και όχι ο ίδιος, ότι ήταν «δική του κίνηση» και ο ίδιος είχε ενημερωθεί «μέσες άκρες» και δεν το επιβεβαιώνει.

Απολογία Γ. Τσακανίκα

Στη συνέχεια προσήλθε να απολογηθεί ο κατηγορούμενος Τσακανίκας, καραβομαραγκός, από το 2017 και κάτοικος Γλυφάδας όπου δήλωσε πως διαμένει με την μητέρα του πάσχουσα ψυχοσυναισθηματικής σχιζοφρένειας. Οι σχέσεις του με τη ΧΑ ξεκίνησαν το 2012 μετά το γύρο των πρώτων εκλογών όπως δήλωσε,βλέποντας ότι το κόμμα αποτελείται από ανθρώπους εργάτες μη προερχόμενους από κάποιο πολιτικό τζάκι με τους οποίους μπορούσε να ταυτιστεί. Πρώτη φορά, όπως είπε, επισκέφθηκε τα εγκαίνια της τοπικής οργάνωσης Λιοσίων με κεντρικό ομιλητή τον Κασιδιάρη και πλήθος κόσμου, ακολούθησε επόμενη εκδήλωση όπου ήρθε σε επαφή με άτομα από την τοπική οργάνωση Νίκαιας όπου και γνώρισε πρώτη φορά τον κατηγορούμενο Γ. Πατέλη ο οποίος μοίραζε ρούχα και τρόφιμα, εργαζόταν παράλληλα στα γραφεία στη Μεσογείων και τον οποίον χαρακτήρισε «καλοκάγαθο παιδί, της διπλανής πόρτας».

Στα γραφεία στη Νίκαια ανέφερε πως ερχόταν όλη η οικογένεια Πατέλη ο Καζαντζόγλου και ότι «υπήρχε μια οικογενειακή ατμόσφαιρα με παιδάκια να παίζουνε» Για το 5μελές ανέφερε συγκεκριμένα ότι υπήρχε μία σύγχυση και άλλαζε πολλές φορές, όταν εκείνος πήγε ανέφερε σαν συμβούλιο τον Γ. Πατέλη και τη Θ. Σκαρπέλη, τον Δημητριάδη σαν υπεύθυνο πολιτικής δράσης, κάποιον Αντώνης ως ταμίας και εν καιρώ υπεύθυνος πολιτικής δράσης έγινε ο Καζαντζόγλου και ο ίδιος ταμίας από το Μάρτιο του 2013 ανεπίσημα όμως και όχι καθαρά λογιστικά, ενώ παράλληλα συντόνιζε και συζητήσεις και έγραφε στην τοπική εφημερίδα ΝΙΚΗ μια στήλη μηναία «ανάλυση κοινωνικών και πολιτικών γεγονότων», κάποια κείμενα στην ιστοσελίδα της ΧΑ και της νεολαίας της ΧΑ μέχρι να εκδώσουν Νικαιώτικη αυγή της τ.ο. Δήλωσε ότι έχει λάβει μέρος σε εκδηλώσεις στις Θερμοπύλες και στο Μελιγαλά όπως και στην κατασκήνωση της ΝΕΔΑ την οποία χαρακτήρισε μαζί με τις στολές παραλλαγής «καραγκιοζιλίκια και ανωριμότητες» με ψεύτικα όπλα, paintball και «παχύσαρκα παιδάκια», και πως «φωτογραφιζόμουν για πλάκα με τη σημαία των SS που είχε φέρει ο Πατέλης».

Για τον όρκο στη Νέδα ισχυρίστηκε ότι ήταν δικής του έμπνευσης παραφράσσοντας το «ουκ ελάττω» που αφορούσε τους Αθηναίους εφήβους για να θεωρήσουν και οι συμμετέχοντες ότι έκαναν κάτι σοβαρό, χωρίς να θυμάται τι έλεγε ο όρκος περίπου. Ερωτώμενος για τα συνθήματα « γουρουνι Αλβανέ… τα σπίτια τους θα κάψουμε τους λένε Αλβανούς ..τα σπίτια θα βάψουμε με αίμα από αυτούς..» δήλωσε ότι είναι γηπεδικά. Δήλωσε ακόμα ότι η πολιτική δράση είναι πίσω του, καθώς πλέον «επιθυμεί να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια και παιδιά».

Σχετικά με την ασφάλεια του κτιρίου κατέθεσε ότι υπήρχε περιφρούρηση στην είσοδο και στις άκρες. Για το παρατσούκλι Τσάκας που του αποδίδεται δήλωσε άγνοια εκτιμώντας ότι μπορεί να ήταν κάτι που πιθανόν να χρησιμοποιούσαν μεταξύ τους για εκείνον χωρίς να έχει ακούσει ποτέ κάποιον να το φωνάζει με αυτόν τον τρόπο.Δε διευκρίνησε αν η ΧΑ έχει μέλη λέγοντας πως ή ίδια η ηγεσία δεν το αποσαφηνίζει.

Για το απόγευμα της 17/09/2013 κατέθεσε ότι ήταν στα γραφεία όπου τον συνόδευε η αρραβωνιαστικιά του, έκανε κάποιες γραφειοκρατικές εργασίες και ο ίδιος ήταν ο τελευταίος που έφυγε γύρω στις 9. Yπήρχε προγραμματισμένη εκδήλωση ομιλία του ΓΓ δυό μέρες μετά καταθέτοντάς ότι δεν είχε ακούσει ούτε για εντολή για τρικάκια, ούτε για τυπογραφείο στο Περιστέρι ενώ δεν κλήθηκε ο ίδιος αν και ταμίας να πληρώσει τον τυπογράφο, συμπληρώνοντας ότι η Τοπική Νίκαιας συνεργαζόταν με ένα τυπογραφείο στη Σαλαμίνα, στο οποίο τύπωνε και τη μηνιαία εφημερίδα της.Κατέθεσε ότι μίλησε με τους Καζαντζόγλου γύρω στις 10, με τον Πατέλη και τον Δεβελέκο ρωτώντας τους αν ήθελαν να βρεθούνε, και κατόπιν ξεκίνησε να κατευθύνεται προς Γλυφάδα όταν επικοινώνησε με τον Πατέλη στις 12.15 στο σταθερό εφόσον δεν τον έβρισκε, ο οποίος και τον ενημέρωσε ότι «την πέσανε αναρχικοί στον Άγγο» ενώ αργότερα στη 1 παρά λέγοντας του ότι πιάσανε τον Ρουπακιά.

Σχετικά με την επικοινωνία του με τον κατηγορούμενο βουλευτή Λαγό κατέθεσε ότι «άπαξ και συστηματικώς επικοινωνούσα με τον Πατέλη και δεν τον έβρισκα, μιλούσα με τον Λαγό». Το ίδιο έκανε και την επομένη της δολοφονίας, όταν «δεν βρήκα τον αμέσως υπεύθυνό μου» και πήρε τον περιφερειάρχη Λαγό , με τον οποίο συναντήθηκαν στις 19 Σεπτεμβρίου στα κεντρικά γραφεία της Μεσογείων. Εκεί, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ο Λαγός του ζήτησε να μαζέψει κόσμο στα γραφεία της Χρυσής Αυγής στον Πειραιά, αφού της Νίκαιας έκλεισαν μετά τη δολοφονία. Για την ανθρωποκτονία δήλωσε πως έμαθε την επόμενη μέρα από τις ειδήσεις και πως μετά από δέκα μέρες βρέθηκε και εκείνος κατηγορούμενος σημειώνοντας προς την έδρα πως «έχετε όλα τα εχέγγυα να μάθετε τι έγινε εκείνο το βράδυ, έχετε αυτόπτες μάρτυρες, έχετε φωτογραφίες.. έχετε τα εχέγγυα να μάθετε ποιοι ήταν κοντά κ με ποιους μιλήσανε γιατί κάποιοι δεν έχουν αναλάβει τις ευθύνες τους εγώ προσπάθησα να μάθω και ο ένας έλεγε έβγαζα τα καναρίνια βόλτα κτλ».

Αρνήθηκε ότι απείλησε εκ μέρους του Ι. Λαγού τον συγκατηγορούμενο του Δήμου όπως είχε ισχυριστεί ο τελευταίος λέγοντας χαρακτηριστικά «Να απειλήσω έναν άνθρωπο πάνω από 70 ετών; Είναι ηθικά αδιανόητο» και την πρόεδρο να σχολιάζει «Ηθικά είναι πολλά αδιανόητα». Αρνήθηκε ακόμα ότι ο ίδιος έχει λάβει μήνυμα και δήλωσε άγνοια για το λόγο που μπορεί να έστειλε τέτοιο μήνυμα ο Πατέλης καλώντας τα μέλη της τοπικής. Ο κατηγορούμενος ολοκλήρωσε την απολογία του ζητώντας από το δικαστήριο «να αποδειχθεί η αλήθεια γιατί έχω ταλαιπωρηθεί, έχω λοιδορηθεί και το θεωρώ άδικο απλά και μόνο επειδή αποφάσισα να ψηφίσω αυτό το κόμμα. είναι μεγάλη αμαρτία»

Στο σημείο αυτό το δικαστήριο διέκοψε για την Τετάρτη 24 Ιουλίου στην αίθουσα τελετών του Εφετείου Αθηνών