BLOG all updates

370.jpg

Ημέρα 370: «Έγινε μια απλή ανθρωποκτονία και την κάνανε ολόκληρη ιστορία επειδή ήταν πολιτικό θέμα»

370η Συνεδρίαση, Αίθουσα Τελετών Εφετείου Αθηνών, 18/07/2019

Ι. Πρόσβαση στο δικαστήριο

Εξακολουθεί να υπάρχει η δυνατότητα πρόσβασης και παρακολούθησης της δίκης, με επίδειξη και παρακράτηση της αστυνομικής ταυτότητας, μέχρι τη συμπλήρωση των θέσεων του κοινού στην αίθουσα του ακροατηρίου η οποία ήταν κατάμεστη από κοινό και δημοσιογράφους.

II. Παρουσία των κατηγορουμένων

Παρόντες ήταν οι κατηγορούμενοι: Ι. Κομιάνος, Ι. Καζαντζόγλου, Τσακανίκας, Γ. Πατέλης, Α. Αναδιώτης, Κορκοβίλης, Γ. Ρουπακιάς, Αθ. Τσορβάς , Ν. Τσορβάς, Σταμπέλος

ΙΙΙ. Απολογίες κατηγορουμένων

Α. Απολογία Γ. Ρουπακιά

Στη σημερινή συνεδρίαση προσήλθε να απολογηθεί ο κατηγορούμενος Γ.Ρουπακιάς. Ο κατηγορούμενος δήλωσε πως κατοικεί στον Ταύρο τα τελευταία τρία χρόνια, προηγουμένως κατοικούσε στη Νίκαια, απασχολείται ως οδηγός σε βυτιοφόρο καυσίμων σε διάφορες πετρελαϊκές εταιρείες και στο παρελθόν βοηθούσε την αδελφή του σε δυο ψαράδικα.

Η σχέση του με τη Χρυσή Αυγή ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2012 δύο μήνες περίπου μετά τις εκλογές όταν πήγε με τη σύζυγό του στην τοπική οργάνωση της Νίκαιας που ήταν κοντά στο σπίτι του έχοντας διαβάσει προηγουμένως στο internet χωρίς να έχει σκοπό να γραφτεί ενώ έως τότε ήταν ψηφοφόρος σε άλλο κόμμα. Κατέθεσε πως υπεύθυνος τότε ήταν ο Γ.Πατέλης, υπήρχε μια φόρμα υποστηρικτή με είκοσι ευρώ συνδρομή και τα στοιχεία για την εγγραφή αλλά εκείνος αδυνατούσε να πληρώσει οπότε στην αρχή πήγαινε αραιά ως υποστηρικτής αλλά στη συνέχεια η παρουσία του έγινε πιο τακτική με συμμετοχή σε διανομές τροφίμων, φυλλαδίων, ρουχισμού και στη συνέχεια στα γραφεία της Λ. Μεσογείων όπου του ζητήθηκε να αναλάβει βοηθός του Τσακανίκα που ήταν ταμίας λόγω της συχνής απουσίας του τελευταίου. Καθήκοντα ασφαλείας δεν είχε αναλάβει ποτέ καθώς όπως ανέφερε «λόγω του σωματότυπου και της ηλικίας, με βλέπαν πιο σοβαρό, δεν είχα ασχοληθεί με το θέμα».

Σχετικά με τις ομιλίες δήλωσε πως η μοναδική που είχε δώσει ήταν ένας χαιρετισμός 50-70 δευτερολέπτων στην Σπάρτη, που του ζητήθηκε από τον Γ. Πατέλη, και κατέληγε στη φράση «Χρυσαυγίτης δε γεννιέσαι, ούτε γίνεσαι, Χρυσαυγίτης πεθαίνεις» την οποία ανέφερε πως είχε ακούσει από το βουλευτή Αλεξόπουλο στη Νίκαια.

Έχει ακόμα συμμετάσχει στις Θερμοπύλες, στα Ίμια το 2012-2013 στο Μελιγαλά και στη κατασκήνωση στη Νέδα τον Αύγουστο του 2013. Ειδικότερα αναφορικά με την κατασκήνωση ανέφερε πως πήγε με το γιό του, σύνολο ήταν περίπου δεκαπέντε άτομα και φτάνοντας βρήκε στη σκηνή του, που του είχαν ήδη στήσει, τέσσερα όπλα με πλαστικές σφαίρες τα οποία όπως του είπε ο Γ. Πατέλης τα είχε φέρει ένας συναγωνιστής και χρησιμοποιήθηκαν μόνο για φωτογραφίες όπου πυροβολάνε στον αέρα όχι για σκοποβολή. Δήλωσε ακόμα πως φωτογραφηθήκαν πάνω σε ένα βράχο με σημαίες «μια ελληνική και μια με τον μαίανδρο της Χ.Α» διευκρινίζοντας ότι «μιλάμε για τον μαίανδρο, όχι για την άλλη των SS με τον Πατέλη» για την οποία αγνοούσε πως βρέθηκε στο χώρο και πρώτη φορά την είδε όταν του επιδείχθηκε από την ανακρίτρια Κλάππα.

Κατέθεσε ότι ο ίδιος έχει ορκιστεί στη Νέδα με τον Καζαντζόγλου, Τσακανίκα και Πατέλη βραδινή ώρα με αναμμένες δάδες επικαλούμενος και σχετικό βίντεο, χωρίς να θυμάται σε τι ακριβώς ορκίστηκε αλλά αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι ο όρκος κατέληγε σε αρχαιοελληνικό χαιρετισμό «αυτό που λένε κάποιοι χιτλερικό και τέτοια. Κανονικά έπρεπε να μη γίνεται ο χαιρετισμός. Να σας πω εγώ, ως Ρουπακιάς. Ο σκοπός είναι τι νιώθεις εκείνη την ώρα». Ερωτώμενος απάντησε πως τόσο οι Ρωμαίοι όσο και ο Χίτλερ χαιρετάγανε έτσι αλλά οι ίδιοι δεν το εκλαμβάνανε έτσι κάτι που του εξήγησε και ο υπεύθυνος πολιτικής δράσης Σπύρος Δημητριάδης.

Για το βράδυ της δολοφονίας την 17η Σεπτεμβρίου 2013, ο κατηγορούμενος κατέθεσε πως τα γραφεία ήταν ανοιχτά 17.00-21.00 εκείνος πήγε 17.05 και εκεί ήταν ο Γ. Πατέλης και η σύζυγός του χωρίς να θυμάται άλλους. Κατέθεσε πως Ο Γ.Πατέλης στις 19.50 τον έστειλε σε ένα τυπογραφείο στο Περιστέρι να παραλάβει τρικάκια για την επικείμενη ομιλία της Πέμπτης 19/09/2013 του Γ.Γ Ν. Μιχαλολιάκου στη Νίκαια, με την πρόεδρο να σχολιάζει επ’αυτού: «Αυτό το λέτε πρώτη φορά σήμερα. Ποιο ήταν αυτό το τυπογραφείο; Ποιος είναι υπεύθυνος εκεί; Τα πληρώσατε τα τρικάκια; Από πού έγινε αυτή η παραγγελία; Ούτε εσείς ούτε ο Πατέλης ξέρετε να μας πείτε, όλα τα τυπογραφεία έχουν κάποιο αρχείο και θα μπορούσαμε να αποτανθούμε. Ο καθένας μπορεί να λέει ό,τι θέλει, αλλά δεν μπορεί να ευσταθεί». Ο κατηγορούμενος Γ. Ρουπακιάς ωστόσο επέμεινε στον ισχυρισμό του λέγοντας ότι παρέλαβε δυο πακέτα τρικάκια και το τυπογραφείο ήταν πάνω από την πλατεία Μπουρναζίου χωρίς να θυμάται την ακριβή διεύθυνση. Στη συνέχεια γύρισε σπίτι του, πήρε τον Γ. Πατέλη ο οποίος του είπε να πάει 12 παρά στην Καισαρείας 1 στο Περιβολάκι να βρει τον Καζαντζόγλου ο οποίος θα παραλάμβανε τα τρικάκια διευκρινίζοντας ότι δεν δώσανε ραντεβού στην τοπική γιατί με εντολή του Γ. Πατέλη όταν κλείνει δεν ξαναπηγαίνουν εκεί αλλά τουλάχιστον δυο στενά μακριά.

Στις 23.25 κατέθεσε πως δέχεται τηλεφώνημα από τον συγκατηγορούμενό του, Δήμου, που θέλει να μάθει τι αφορά το μήνυμα που έστειλε ο Πατέλης «όλοι τώρα στην Τοπική, όσοι είστε κοντά, δεν θα περιμένουμε μακρινούς. τώρα». O ίδιος δήλωσε ότι δεν είχε λάβει το μήνυμα και επικοινώνησε με τον Πατέλη και Καζαντζόγλου για να μάθει τι συμβαίνει αλλά δεν βρήκε κανέναν τους και ξαναπήρε τον Δήμου στον οποίο είπε «πήγαινε εσύ, δεν ξέρω τι έχει γίνει, πήγαινε συ και έρχομαι». Ακολούθως κατευθύνθηκε προς την τοπική είδε τα γραφεία κλειστά και συνάντησε τον Καζαντζόγλου στην Καισαρείας 1 όπου του έδωσε τα τρικάκια, χωρίς να τον ρωτήσει τελικά για το μήνυμα που εστάλη προκαλώντας την απορία της προέδρου : «Αυτό που λέτε δεν ευσταθεί. Είπατε ότι επιχειρείτε να πάρετε τους Πατέλη και Καζαντζόγλου και δεν τους βρήκατε και τον Καζαντζόγλου τον βλέπετε μπροστά σας. Και δεν τον ρωτάτε; Δεν είναι περίεργο; Ή εγώ το βλέπω έτσι;». Ο Καζαντζόγλου φορούσε λευκή φόρμα και ξέχασε το κινητό του σ’ ένα τσαντάκι στο αυτοκίνητο του  κατηγορουμένου όπως δήλωσε ο τελευταίος, το οποίο και το έβαλε στο ντουλαπάκι.

Στη συνέχεια απάντησε ότι κατευθύνθηκε προς την τοπική όπου και είδε περίπου 8-10 μηχανάκια έτοιμα να φύγουνε όπου και είδε τους Κομιάνο, Σταμπέλο, Δήμου, Σκάλκο τους οποίους αναγνώρισε από το σωματότυπό τους καθώς όλοι φορούσαν κράνη εκτός από το Δήμου σημειώνοντας πως δεν επιβεβαιώνει όσα έχει πει στην απολογία του στον ανακριτή Γεωργουλέα περί αναγνώρισης και του Πατέλη καθώς αυτά ήταν αποτέλεσμα πιέσεων και συναισθηματικής ταραχής. Συνέχισε λέγοντας πως εκείνος ακολούθησε τη μηχανοκίνητη πορεία φτάνοντας έξω από το Κοράλλι όπου και είδε τον Π. Φύσσα τον οποίον δήλωσε ότι δε γνώριζε μαζί με είκοσι άτομα όπως είπε.

Παραθέτουμε απόσπασμα από την κατάθεση του «όταν έφτασα και τα βλέμματά μας συναντήθηκαν πιθανότατα με κατάλαβε ότι ήμουν με τις μηχανές και μου είπε την επίμαχη φράση. “Τι κοιτάς βρε μουνί, γαμώ το σπίτι σου”, και σταμάτησα το αυτοκίνητο, άνοιξα την πόρτα να κατέβω, αλλά ένας αστυνομικός μού έκανε νόημα να φύγω. Έφυγα, πήγα λίγο πιο κάτω και άφησα το αυτοκίνητο, αλλά ήταν το μισό απ’ έξω. Βλέπω στο αντίθετο ρεύμα της Παναγή Τσαλδάρη μία θέση και μπήκα στο αντίθετο ρεύμα για να παρκάρω. Τότε βλέπω ξανά τον Φύσσα με 3-4 άτομα πίσω του. Δεν ξέρω πώς βρέθηκαν εκεί πέρα. Υπέθεσα, ότι κάποιοι χρυσαυγίτες με τα μηχανάκια κυνήγησαν την παρέα του Φύσσα, άλλοι πήγανε ευθεία, άλλοι προς την Τσαλδάρη. Αν σ’ αυτούς ήταν και ο Φύσσας και ήρθε από την Τσαλδάρη, θα υπέθεσε ότι θα τον περικύκλωνα, γι’ αυτό κινήθηκε έτσι ο άνθρωπος[..]μάλλον με θυμήθηκε, 2 λεπτά είχαν περάσει και μου λέει “τι είναι ρε, τι είναι ρε” και μου κάνει έτσι και έρχεται κατά πάνω μου, εγώ ίσα που πρόλαβα να ανοίξω την πόρτα του αυτοκίνητου με το αριστερό μου χέρι τράβηξα χειρόφρενο και κάνω την κίνηση και παίρνω ένα μαχαίρι που είχα…».

Στο σημείο αυτό η πρόεδρος παρενέβη σχολιάζοντας «Έως εδώ, γιατί όλα αυτά; Ήσαστε κλεισμένος μέσα σε ένα αμάξι και έρχεται κάποιος με απειλητικές διαθέσεις και λέτε ότι η πρώτη κίνηση ήταν να ανοίξετε το ντουλαπάκι και να πάρετε το μαχαίρι, αυτή ήταν η αντίδρασή σας; Έχουμε έναν άνθρωπο που μπορεί να κινηθεί μέσα στο αυτοκίνητό του, έχει την ευχέρεια να φύγει με το αυτοκίνητο και αντ’ αυτού ανοίγει την πόρτα και παίρνει το μαχαίρι;» με τον κατηγορούμενο να απαντά ότι δε μπορούσε να φύγει αντίθετα σε μονόδρομο και ότι δεν προλάβαινε να κλείσει παράθυρα. Στη συνέχεια ερωτώμενος απάντησε πως ο Π.Φύσσας δεν κράταγε ούτε ρόπαλα ούτε μαχαίρι, και ο τελευταίος άρχισε να τον χτυπάει με γροθιές στο κεφάλι ενώ σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση που επικαλέστηκε η έδρα σχολιάζοντας, δεν υπήρχαν χτυπήματα. Συνέχισε περιγράφοντας :«Έχω σηκώσει τα χέρια και είμαι λίγο σκυμμένος εκείνη την ώρα είπα να το χρησιμοποιήσω και του ρίχνω στα πόδια για να κάνει πίσω και δύο και τρεις φορές, όσες ήταν για να κάνει πίσω. Με την πρώτη που του ρίχνω στα πόδια έσκυψε και η δεύτερη τον πέτυχε στην καρδιά».Η πρόεδρος σχολίασε στο σημείο αυτό χαρακτηριστικά : « Ο σκοπός του ανθρώπου που δεν θέλει να σκοτώσει είναι να επιλέξει μέρη του σώματος που δεν είναι βασικά για τη ζωή του. Με τη μια μαχαιριά ο άλλος αποδυναμώνεται. Η συνέχεια γιατί;» με τον κατηγορούμενο να αποκρίνεται προκαλώντας αντιδράσεις « Δεν διαφωνώ καθόλου, αλλά όταν είσαι σκυμμένος… Έγινε μια απλή ανθρωποκτονία και την κάνανε ολόκληρη ιστορία επειδή ήταν πολιτικό θέμα».

Κατόπιν ο κατηγορούμενος περιέγραψε πως ήρθαν οι αστυνομικοί και όσο ο Π. Φύσσας ήταν ακόμα όρθιος ο διπλανός του Μελαχρινόπουλος τον έδειξε λέγοντας «αυτός είναι», ενώ οι αστυνομικοί ζητήσανε από τον κατηγορούμενο την άδεια. Ο ίδιος λόγω της ταραχής του όπως είπε, αρνήθηκε ότι το μαχαίρι ήταν δικό του καταθέτοντας ακόμα ότι μπαίνοντας στο περιπολικό δεν του περάσανε χειροπέδες. Αρνήθηκε ακόμα τη φράση που του αποδίδεται «είμαι δικός σας» προς τους αστυνομικούς μέσα στο περιπολικό λέγοντας πως αυτό το είπε μόνος του ο συνοδηγός αστυνομικός στον ασύρματο. Ακολούθως μεταφέρθηκε στο ΑΤ όπου και βρέθηκε στη συνέχεια στον ίδιο χώρο με τους φίλους του Π. Φύσσα.

Σημειώνουμε ότι στο σημείο αυτό αμέσως μετά την ανακοίνωση της διακοπής για διάλειμμα υπήρξε μικροένταση με τον πατέρα του Π.Φύσσα να φωνάζει από το ακροατήριο «Κυρία πρόεδρε, λέει ψέμματα, ήταν σκόπιμο, μπορούσε να φύγει, χρυσαυγίτες ήταν με τα μηχανάκια, τον Παύλο φοβήθηκε;» και την έδρα να έχει αποχωρήσει.

Εν συνεχεία ο κατηγορούμενος επανήλθε και διευκρίνισε στο Δικαστήριο ότι αναφορικά με τη φράση που χρησιμοποίησε της «απλής ανθρωποκτονία» εννοούσε ότι πήρε πολιτικό χρώμα και ότι ο ίδιος έχει δηλώσει πολλάκις ότι έχει μετανιώσει. Συνεχίζοντας την απολογία του, κατέθεσε ότι στο ΑΤ Κερατσινίου έμεινε σε ένα δωμάτιο για 25′ περίπου, μόνος του, έχοντας το κινητό του τηλέφωνο από όπου επικοινώνησε 1 φορά με τη σύζυγό του, 5-6 φορές με τον κατηγορούμενο Πατέλη και 5-6 με την αδερφή του. Ανταποκρινόμενος σε σχετικές ερωτήσεις της προέδρου, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι υπήρχε κόσμος τριγύρω αμέσως μετά τη δολοφονία, όχι όμως χρυσαυγίτες, καθώς και 4 αστυνομικοί και μηχανές, ενώ μέχρι και όταν έφτασε στο ΑΤ δεν έμαθε τι τελικά συνέβη με τον απεγκλωβισμό χρυσαυγίτη για τον οποίο αρχικά είχε εκκινήσει.

Σε σχέση με το επαναλαμβανόμενο ερώτημα για ποιο λόγο επικοινώνησε με τον Πατέλη, ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι δεν είχε ξαναβρεθεί σε αυτή τη θέση και ότι το πρώτο που σκέφτηκε είναι ότι χρειάζεται δικηγόρο. Δεν πήρε κατευθείαν την αδερφή του καθώς εκείνη κοιμόταν και ξυπνάει ξημερώματα για να πάει να πάρει ψάρια με τον γαμπρό του. Ο λόγος που επικοινώνησε τόσες φορές με τον Πατέλη είναι γιατί είναι πυρηνάρχης και όλο και κάποιον θα ξέρει, όπως δήλωσε, προσθέτοντας ότι στο δεύτερο ή τρίτο τηλέφωνο που του έκανε, του ζήτησε να καλέσει τον Λαγό να στείλει «κανένα δικηγόρο». Στο σημείο αυτό η πρόεδρος απηύθυνε την ερώτηση «Γιατί να φτάσετε μέχρι τον Γιάννη το Λαγό; Τι έχει γίνει με εκείνον για τον οποίο ξεκίνησε η ομάδα, δε μάθατε λέτε τι απέγινε. Εσείς διαπληκτίζεστε με έναν και καταλήγετε να τον μαχαιρώσετε. Για ποιο λόγο να επικοινωνήσετε με τον Πατέλη που στη συνέχεια επικοινώνησε με το Λαγό; Αυτό συνδέει, έτσι όπως το λέτε, το γεγονός στο Κοράλλι, αλλιώς θα λέγατε μόνο στη Χρυσούλα την αδελφή σας να σας βρει δικηγόρο. Απευθύνεστε σε έναν άνθρωπο που είναι άσχετος με αυτόν που μαχαιρώσατε» για να λάβει την απάντηση ότι ο ίδιος δε θυμάται τη σειρά των τηλεφωνικών κλήσεων και απλώς ο Πατέλης ήξερε και βουλευτές. Η πρόεδρος επανήλθε ρωτώντας τον για ποιο λόγο να επιμεληθεί ένας βουλευτής επειδή ο ίδιος διαπληκτίστηκε με κάποιον και τον μαχαίρωσε και ο κατηγορούμενος άμεσα απάντησε ότι με κανέναν λόγο δε συνδέεται το περιστατικό αυτό με τη ΧΑ.

Στη συνέχεια ερωτήθηκε για ποιο λόγο το μαχαίρι βρισκόταν στο αυτοκίνητο, δίνοντας την απάντηση ότι είχαν πάρει 2-3 με την αδερφή του για να κόβουν τις ταινίες από τα φελιζόλ με τα ψάρια. Η δήλωσή του αυτή επισημάνθηκε από την πρόεδρο ως αντίφαση στην κατάθεσή του όπως και της αδερφής του ότι «δε χρησιμοποιεί μαχαίρι ούτε στο φαγητό», επομένως είναι απορίας άξιο πώς κατάφερε στον Φύσσα τόσο καίρια χτυπήματα. Ο ίδιος ανέφερε ότι δεν ήθελε να τον σκοτώσει, είχε σκύψει ο Φύσσας, το πόδι του στόχευε, ενώ συγκεκριμένα κατέθεσε «Ήταν αστραπιαίες οι κινήσεις, μέχρι να με αφήσει από τα χέρια του, τι να κάνω;»

Αναφορικά με τα τηλεφωνήματα στον Πατέλη, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ότι του τηλεφώνησε και του είπε ότι έχει μαχαιρώσει έναν άνθρωπο, ότι είναι στο ΑΤ Κερατσινίου, δεν ξέρει τις διαδικασίες και αν μπορεί να του βρει δικηγόρο, με τον Πατέλη να τον καθησυχάζει ότι «δεν τρέχει κάτι, εξακρίβωση θα σου κάνουν» χωρίς να έχει καταλάβει εξαρχής, σύμφωνα με τα λεγόμενα του κατηγορουμένου, περί τίνος πρόκειται. Ακολούθησαν πολλαπλά τηλεφωνήματα με τον Πατέλη να του λέει «κλείσε θα σε ξαναπάρω» μέχρι που στο τελευταίο του είπε «κοίτα να δεις, δε μπορώ να κάνω κάτι, έτσι όπως τα ‘κανες, κόψε τον λαιμό σου». Στη συνέχεια δήλωσε ότι του πήραν το τηλέφωνο και στη συνέχεια έμαθε ότι η σύζυγός του πήρε μια τσάντα με μια μπλούζα της ΧΑ, έναν «Μαίανδρο», περιοδικό της ΧΑ που έβγαινε κάθε μήνα και ένα πτυσσόμενο γκλοπ, τα οποία ήταν όλα δικά του και η σύζυγός του τα πήγε στον Πατέλη.

Σε σχέση με το ποιος ήταν αυτός που σκότωσε, το όνομά του, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι το πληροφορήθηκε όταν ήταν στη ΓΑΔΑ, μετά από 8 μέρες. Όσο ήταν στο ΑΤ Κερατσινίου, ήρθαν στο ίδιο κελί και οι φίλοι του Φύσσα, που όμως εκείνος τότε δε γνώριζε το όνομά του και πιάσαν κουβέντα. Του ανέφεραν ότι χτύπησαν έναν φίλο τους και μετά από λίγο έμαθαν ότι πέθανε και ένας από αυτούς λιποθύμησε. Ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι σοκαρίστηκε και στη συνέχεια ανέβηκε στον 3ο όροφο. Στη συνέχεια η πρόεδρος του απεύθυνε την ερώτηση «Στη συνομιλία της αδερφής σας, 21/9 μιλάει η αδερφή σας με κάποια Γιώτα και λέει η αδερφή σας, μεταξύ άλλων: “ο Ρουπακιάς καλύπτει τον Πατέλη και πιθανότατα αυτός είναι ο ηθικός αυτουργός”. Γιατί να το πει αυτό;» και ο κατηγορούμενος έδωσε την απάντηση ότι η αδερφή του δεν έχει πατήσει ποτέ στα γραφεία, ούτε γνωρίζει τον Πατέλη κι ότι το όνομα το άκουσε από τους δημοσιογράφους.

Σε σχέση με το αν μπήκε κάποιος άλλος στο αυτοκίνητό του, ανέφερε ότι πάρα πολλά άτομα έμπαιναν στο αμάξι του αλλά ευτυχώς δε μπήκε τότε ο Καζαντζόγλου. Του επισημάνθηκε επίσης από την εισαγγελέα ότι έχει δώσει 4 απολογίες και τις 2 δεν τις επιβεβαιώνει και ότι συνεχώς ανασκευάζει τα λεγόμενά του. Για τα τρικάκια που είχε πει ότι πήγε να παραλάβει από το τυπογραφείο στο Περιστέρι, δεν το αναφέρει σε καμία άλλη απολογία, ενώ επίσης δεν έχει πάρει απόδειξη ή τιμολόγιο. Ο κατηγορούμενος σε αυτό το σημείο ανέφερε ότι δεν πλήρωσε ο ίδιος για τα τρικάκια, ούτε γνωρίζει αν πλήρωσε κάποιος και ποιος. Κατέθεσε επίσης ότι δεν μίλησε με τον Φύσσα, τον είδε με 3-4 άτομα στα 4 μέτρα περίπου από το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου και ότι ήρθε και του είπε «τι είναι ρε, τι είναι ρε». Σε ερώτηση της εισαγγελέα γιατί εφόσον ήταν μέσα στο όχημα δεν έκανε όπισθεν να φύγει, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι «όταν κινήθηκα αντίθετα, είναι φαρδύ το διάζωμα, ανά τακτά διαστήματα έχει εσοχές που παρκάρουν. Μία από αυτές ήταν ανοιχτή, πήγα να παρκάρω, έβαλα μέσα τη μούρη του, δεν πρόλαβα να το μαζέψω, ήταν λίγο πιο αριστερά και πήγα να το παρκάρω…Έκανα ένα βήμα, δεν πρόλαβα να κάνω δεύτερο, γιατί ήρθε προς το μέρος μου.» Πρόσθεσε δε «Έγιναν όλα πολύ γρήγορα. Είδα πόδια αλλά ανοιγόκλεισα τα μάτια μου, δε με χτύπησε κάποιος». Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ότι δε γνώριζε ποιος έδωσε την εντολή για να πάει στο Κοράλλι, νομίζει όμως ότι τα μηνύματα τα διαχειριζόταν ο Πατέλης. Άλλος έλεγε για τρικάκια, άλλος για ιχθυόσκαλα, δεν ήταν σαφές. Δε γνωρίζει επίσης ποιος ήταν επικεφαλής και με τον Πατέλη δε μίλησε στη συνέχεια γιατί ήταν 8μιση μήνες στην απομόνωση, ωστόσο όταν εν τέλει μίλησαν είπαν αυτά που κατέθεσε ο Πατέλης. Μετέπειτα έμαθε ότι αυτός τον οποίο θα απελευθέρωνε στο Κοράλλι ήταν ο Άγγος, ενώ τον Φύσσα δεν τον είχε ακούσει ποτέ, ούτε το όνομά του ούτε τον γνώριζε εξωτερικά, ούτε ήξερε τα τραγούδια του.

Η σύλληψή του κατά τον κατηγορούμενο έγινε εκτός του οχήματός του, από 4 άτομα της ομάδας ΔΙΑΣ που ήρθαν τρέχοντας όταν έγινε η ανθρωποκτονία, ενώ από τη ΧΑ δεν ήταν κανείς παρών, ούτε υπήρχε κανείς στο αυτοκίνητό του, ούτε υπήρχε άλλο αυτοκίνητο εκεί, εκτός από το αμάξι των αδερφών Τσορβά, πιο πίσω, δήλωσε κατηγορηματικώς γι αυτό. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ερωτηθείς, κατέθεσε ότι τον Λαγό δεν τον ήξερε προσωπικά, αλλά ερχόταν τακτικά επειδή ήταν βουλευτής. Μετά την δολοφονία έγινε ανακοίνωση ότι δεν τον γνωρίζουν καθώς σύμφωνα με τον κατηγορούμενο δε μπορεί η ηγεσία να γνωρίζει όλα τα μέλη που υπάρχουν.

Δήλωσε επίσης ότι πριν τη ΧΑ ήταν στην ΚΝΕ σε ηλικία 13-17 ετών. Μετά, το 2012 πήγε στη ΧΑ γιατί του άρεσαν αυτά που έλεγαν για πατρίδα και θρησκεία, χωρίς να ενδιαφέρεται για το αν ένα κόμμα είναι δεξιό ή αριστερό. Επανερχόμενη η πρόεδρος στη στιγμή της δολοφονίας και πότε τράβηξε εν τέλει το χειρόφρενο, ο κατηγορούμενος απάντησε «Έστριψα από τη Τσαλδάρη και έκανα αριστερά στην Κεφαλληνίας και μετά το Κοράλλι είδα τον Φύσσα. Μου ειπε την επιμαχη κουβέντα, “τι κοιτάς ρε μουνί, γαμώ το σπίτι σου” και τράβηξα χειρόφρενο να κατεβω. Δεν πρόλαβα να κατεβω, πίσω ήταν δυο μηχανές της ομάδας ΔΙΑΣ που εκεινη την ώρα ξεκαβαλάγανε».

Σε σχέση με την ανάληψη της πολιτικής ευθύνης της δολοφονίας του Φύσσα από τον Μιχαλολιάκο, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ότι άλλα είπε και άλλα εννοούσε, ήτοι την πολιτική ευθύνη και όχι την ευθύνη της ανθρωποκτονίας, χωρίς όμως να είναι σε θέση να προσδιορίσει το νόημα της πολιτικής ευθύνης. Επανέλαβε ότι ούτε στέλεχος της ΧΑ υπήρξε και τον Λαγό και τον Μιχαλολιάκο τους ήξερε μόνο από τη Νίκαια και ότι το γεγονός ότι ο Μιχαλολιάκος ανέλαβε την πολιτική ευθύνη, δε σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος είναι στέλεχος της ΧΑ. Δήλωσε δε ότι ακόμη και σήμερα δε γνωρίζει το μήνυμα «όλοι εδώ έξω από την τοπική» τι αφορούσε, τα ψάρια, τα τρικάκια ή ό,τι άλλο.

Σε ερώτηση της έδρας «Είπατε πριν ότι βγήκατε από το αυτοκίνητο και χτυπήσατε τον Π. Φύσσα από φόβο. Δηλαδή νιώσατε απειλητικά; Το χτύπημα αυτό, με βάση αυτά που έχουμε διαβάσει, ήταν τόσο αριστοτεχνικά βαλμένο, που θύμιζε μέθοδο τριαντάφυλλου, ότι κάποιος έπρεπε να γνωρίζει πολύ καλά πού χτυπάει. Δείχνει καίριο χτύπημα και εκ των προτέρων προμελετημένο», ο κατηγορούμενος απάντησε ότι ο ίδιος δεν είναι γνώστης και ότι ίσως συνάδει με τον φόβο και με άνθρωπο που δεν ξέρει να χτυπήσει και τι να κάνει. Όταν του αντιτέθηκε ότι υπάρχουν αυτόπτες μάρτυρες που κατέθεσαν ότι κατέβηκε από το αυτοκίνητο τελείως ατάραχος και σε δύο δευτερόλεπτα είχε μαχαιρώσει τον Φύσσα, χωρίς ο Φύσσας ούτε να τον έχει χτυπήσει ούτε τίποτα, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ο Φύσσας έκανε 3-4 βήματα καταπάνω του, εκείνος ένα βήμα και η συμπλοκή ένα βήμα από το αυτοκίνητο, πάνω στο πεζοδρόμιο. Ο Φύσσας κατά τον κατηγορούμενο πέθανε γιατί έσκυψε και βρέθηκε το μαχαίρι στην καρδιά.

Ερωτηθείς αν γνωρίζει τον Αποστόλου, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ότι ήταν στα γραφεία του Περάματος και μια-δυο φορές είχε πάει και στη Νίκαια, ενώ είναι ψέμματα ότι τον έφερε τον κατηγορούμενο σε επαφή με τη ΧΑ κι αυτό γιατί σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ο Αποστόλου θέλει να «δείχνεται» κι έχει πάει 2 φορές φυλακή γι αυτό. Αρνήθηκε επίσης ότι η αδερφή του είχε σχέση με τη ΧΑ παρότι υπάρχουν φωτογραφίες που την απεικονίζουν με μπλούζα της ΧΑ όπως και τον σύζυγό της, καθώς και τηλεφωνικές κλήσεις που η αδερφή του αναφέρει σε φίλη της για κυνήγι μεταναστών και τάγματα εφόδου. Ο κατηγορούμενος δήλωσε μετανιωμένος για την ανθρωποκτονία καθώς όπως ανέφερε έχει «κλείσει δυο σπίτια, το δικό του και του Φύσσα». Επιπλέον σε ερωτήσεις της πολιτικής αγωγής ο κατηγορούμενος κατέθεσε ότι δεν τον προσέγγισε κανείς μετά το τη δολοφονία για να μάθει τι συνέβη εκείνο το βράδυ και κατά τα λοιπά επανέλαβε ό,τι έχει ήδη καταθέσει.

Η συνεδρίαση ολοκλήρωθηκε μετά και από σχετικές ερωτήσεις της υπεράσπισης στις οποίες απάντησε ότι το αυτοκίνητό του είχε πινακίδες ορατές και ο Φύσσας φορούσε μπλούζα παρότι η ιατροδικαστική, σύμφωνα με συνήγορο της υπεράσπισης, λέει ότι δεν υπήρχε.

Στο σημείο αυτό και με την ολοκλήρωση της απολογίας του Γ. Ρουπακιά η έδρα διέκοψε για τη Δευτέρα 22 Ιουλίου 2019 όπου η διαδικασία θα συνεχιστεί με απολογίες κατηγορουμένων.