Εφετείο | Ημέρα 198: Εισαγγελέας: «Την εξιχνίαση της δολοφονίας του την επιτέλεσε μόνος του ο Π. Φύσσας»

198η δικάσιμος | Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2025 | Αίθουσα Τελετών Εφετείου Αθηνών | Α’ Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων

Ι. Πρόσβαση

Εξακολουθεί να υπάρχει η δυνατότητα πρόσβασης και παρακολούθησης της δίκης, με επίδειξη και παρακράτηση της αστυνομικής ταυτότητας, μέχρι τη συμπλήρωση των θέσεων του κοινού στην αίθουσα του ακροατηρίου. Υπήρχε αυξημένη παρουσία δημοσιογράφων και κοινού. Παρών ήταν ο κατηγορούμενος Ι. Λαγός.

ΙΙ. Συνέχεια αγόρευσης εισαγγελέως

Στη σημερινή συνεδρίαση η εισαγγελέας συνεχίζοντας την αγόρευσή της, υπογράμμισε ότι η τοπική οργάνωση Νίκαιας με πυρηνάρχη τον Γ. Πατέλη είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην εγκληματική δράση της Χ.Α λέγοντας συγκεκριμένα πως “Ο Ανδρουτσόπουλος έχει πει ότι η τοπική αυτή είχε μαζέψει όλους τους μαχαιροβγάλτες.” Προς επίρρωση του ισχυρισμού της περί στρατιωτικής πειθαρχίας και κάθετης ιεραρχίας, επικαλέστηκε έγγραφα που βρέθηκαν στους κατασχεμένους σκληρούς δίσκους των υπολογιστών των κατηγορουμένων, σειρά καταθέσεων μαρτύρων και καταδικαστικών αποφάσεων.

Η εισαγγελέας ανέλυσε με λεπτομέρεια το χρονικό της ανθρωποκτονίας του Π. Φύσσα, επικαλούμενη μια σειρά από αναγνωστέα έγγραφα και τηλεφωνικές συνομιλίες. Ακολουθούν ενδεικτικά αποσπάσματα της αγόρευσής της σχετικά με την υπόθεση:

“[…] ο Άγγος στις 21:30, χωρίς να έχει προκληθεί από κανέναν, άμα τη εμφανίσει του Φύσσα, που τον έψαχναν από καιρό, άρχισε να κάνει αλλεπάλληλα τηλεφωνήματα, κάλεσε τον Καλαρίτη […] στις 23:26, ο Πατέλης μετέφερε την ενημέρωση στον Ι. Λαγό, υπεύθυνο περιφερειάρχη. Και μόλις τελείωσε η τηλεφωνική συνομιλία και αφού έχει πάρει την έγκριση από τον Ι. Λαγό, 23:28 ο Πατέλης έστειλε το μήνυμα: «Όσοι είστε κοντά, δεν θα περιμένουμε μακρινούς».

[…]Το παραπάνω μήνυμα βρέθηκε στο αρχείο του κατασχεθέντος τηλεφώνου Καζαντζόγλου και έτσι άρχισε να ξετυλίγεται το κουβάρι[…] Δηλαδή η κινητοποίηση του εν λόγω τάγματος έγινε ακολουθώντας πιστά την ιεραρχική δομή της οργάνωσης.

[…]Άρα 23.28 δεν υπάρχει κανείς μέσα στο Κοράλλι, κανένας κίνδυνος. Τότε θα αναρωτηθεί κανείς γιατί οι χρυσαυγίτες αναφωνούν έξω από την τοπική «πάμε να ελευθερώσουμε ένα δικό μας», γιατί δεν μπορούσαν φυσικά να αναφωνούν εις επήκοον όλων ότι «πάμε για μάχη». Χρειαζόταν ένα ηθικό έρεισμα για τη μάχη. «Όταν πήγαμε εκεί, το περιστατικό είχε λήξει». Ταύτα σημαίνουν ότι ο Φύσσας ήταν ο στόχος και γι’ αυτό, για να τους καθυστερήσουν, περίμεναν έξω από τα αυτοκίνητά τους.

[…] Όταν λοιπόν, μετά τη λήξη του αγώνα, περί ώρα 23:35–23:40, ο Π. Φύσσας και η παρέα του εξήλθαν, ήρθαν αντιμέτωποι με τους Άγγο, Καλαρίτη και Μιχαλάρο. Οι μάρτυρες Μαντάς και Ξυπόλυτος αναγνώρισαν τον Μιχάλαρο και μάλιστα τυχαία από βίντεο της ΝΕΖ. Είχαν απειλητικές διαθέσεις και είχαν στειλιάρι ή ρόπαλο, αποτρέποντάς τους να επιβιβαστούν στα αυτοκίνητά τους. Τα θύματα υπήρξαν διαλλακτικοί, υποχώρησαν, ενέδωσαν στην παράνομη βία και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν χωρίς τα αυτοκίνητά τους.

[…]Ο Γ. Ρουπακιάς σταμάτησε το αυτοκίνητο λίγο πριν στρίψει στην οδό Κεφαλληνίας και ρώτησε την παρέα του Π. Φύσσα «πού είναι η Κεφαλληνίας», Τούτο έπραξε για να εντοπίσει το θύμα του, αφενός, και, αφετέρου, για να παραπλανήσει τον Φύσσα και να τον θεωρήσει τρίτο, αμέτοχο, και να μην αντιδράσει όταν του επιτεθεί, όπως και συνέβη.

[…]Οι χρυσαυγίτες συγκρότησαν ομοιόμορφη ομάδα με μαύρα, κάποιοι με παντελόνια παραλλαγής, ξυρισμένα κεφάλια. Με την άφιξη χρυσαυγιτών έφτασαν και ΔΙ.ΑΣ., 8 μηχανές, δεδομένου ότι κάποιος πολίτης τηλεφώνησε ανώνυμα στην Άμεση Δράση, αναφέροντας «πενήντα άτομα με ρόπαλα κατευθύνονται στο Κοράλλι». Εποχούμενοι ακόμη, οι αστυνομικοί φώναξαν «φτάνει μάγκες, διαλύστε το!». Μάλιστα, όπως παραδέχεται ο Γ. Ρουπακιάς, ένας αστυνομικός χτύπησε με το χέρι τον ουρανό του αυτοκινήτου του και του ζήτησε να φύγει.

[…]Θα πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η παρέα του Φύσσα ήταν παιδιά, όχι πάνω από 25 ετών, το αίμα τους έβραζε και ήδη είχαν ταπεινωθεί, εξαναγκαζόμενοι σε υποχώρηση. Περαιτέρω, από το γεγονός ότι τόσο ο Μιχάλαρος όσο και οι άλλοι αναφέρονταν στο «εδώ είναι», αναφέρονταν σε ένα πρόσωπο, στον Φύσσα. Στον ίδιο χρόνο, ο αστυνομικός Τσολακίδης διαβίβασε στο κέντρο ότι ενημερώθηκαν από τον Χατζησταμάτη για διαμάχη αντιφασιστών με άτομα του γνωστού χώρου, με σιδερογροθιές και ρόπαλα.

[…] Ξαφνικά, χωρίς να έχει προηγηθεί τίποτα, παρουσία αστυνομίας και με παράγγελμα, περί τα 15 άτομα της Χ.Α. που ευρίσκοντο στην Π. Μελά άρχισαν να τρέχουν στην Κεφαλληνίας και να κυνηγάνε την παρέα του Π. Φύσσα, ενώ οι υπόλοιποι από τη Μελά στην Ξάνθου έτρεξαν και βγήκαν και αυτοί στην Τσαλδάρη. […] Παρά την παρουσία αστυνομικών δεν αποθαρρύνθηκαν, […] άρχισαν να φωνάζουν «νά τους, εδώ είναι, θα σας γαμήσουμε, μουνόπανα, κότες, θα πεθάνετε».Μάλιστα, ο Χατζηευστρατίου λέει ότι κάποιος απευθύνθηκε προσωπικά στον Φύσσα και είπε «έλα δω ρε κότα, θα σε σκοτώσουμε». Τότε ο Π. Φύσσας φώναξε στους φίλους του «τρέξτε», προκειμένου να σωθούν, όμως ο ίδιος δεν έτρεξε, προφανώς για να γλιτώσουν οι φίλοι του, και έτσι τον πρόλαβαν στον αρ. 62 της Τσαλδάρη, καθώς και τον Μελαχροινόπουλο. Οι Δούλβαρης, Μαντάς, Σεϊρλής, Χατζηευστρατίου πρόλαβαν και κρύφτηκαν σε μια πιλοτή πρόχειρα.

[…] Στην Τσαλδάρη συγκεντρώθηκαν, έβριζαν, απειλούσαν για να προκαλέσουν φόβο και ταραχή, ακόμη και σε αστυνομικούς της ΔΙ.ΑΣ. Μικρές ομάδες 5 ατόμων επιτίθονταν, εναλλάσσονταν με άλλους, ενώ οι λοιποί χρυσαυγίτες στο διπλανό πεζοδρόμιο ενίσχυαν με τις ύβρεις τους ως μία ενιαία ομάδα. […]Στη δολοφονία του Π. Φύσσα, οι μάρτυρες Ζώρζου και Καραγιαννίδου κατέθεσαν ότι 2-3 άτομα, που ήταν κρυμμένα πίσω από κάδο, συνέχισαν να χτυπούν τον Φύσσα. Τακτικές μάχης και επίθεση καταδρομική με εξάρτυση, ποδοβολητό, ιαχές, εναλλασσόμενες επιθέσεις, ενέδρα.

[…]Αν το επιθυμούσαν, θα μπορούσαν ήδη να τον έχουν σκοτώσει, αυτόν και την παρέα του, πολύ πριν έρθει ο Ρουπακιάς, αφού τον καθυστέρησαν, τον καταδίωξαν, τον παρενόχλησαν, τον χτυπούσαν, ώστε να τον έχουν του χεριού τους, παρέχοντας στον Ρουπακιά όλο τον απαιτούμενο χρόνο, χωρίς το θύμα να μπορέσει να αντιδράσει, εξαιτίας του γεγονότος ότι είχαν κάμψει τις όποιες αντιστάσεις του. Χωρίς δε την εν λόγω βοηθητική δράση τους δεν θα ήταν δυνατή η διάπραξη της ανθρωποκτονίας […].

[…]Στη συνέχεια βγήκε από το αυτοκίνητό του και, έχοντας στο χέρι αναδιπλούμενο σουγιά, κατευθύνθηκε κατευθείαν προς τον Π. Φύσσα, αιφνιδιάζοντάς τον. […]Στη θέα του Ρουπακιά άνοιξε ο κύκλος των χρυσαυγιτών, του έκαναν χώρο και εκείνος αγκάλιασε τον Φύσσα. Τον έπληξε μία φορά στον μηρό για να σκύψει, δεδομένου ότι το θύμα ήταν ψηλότερος από αυτόν, αλλά τον έπληξε από κάτω προς τα πάνω, μετά στο πόδι, δύο φορές στο αριστερό ημιθωράκιο, απολύτως πετυχημένα, μία στην καρδιά και μία στον πνεύμονα. «Τον χτύπησα στο πόδι», λέει. «Έσκυψε και τον χτύπησα ξανά». Δηλαδή εντελώς επαγγελματικά.

[…]Είχε εκπαιδευτεί, δεν ήταν οι 20 μαχαιριές που βλέπουμε στα διαπροσωπικά εγκλήματα. Ήταν εκτέλεση, επιτέλεση ενός έργου. Ακολούθως, ο Ρουπακιάς εντελώς ψύχραιμα μπήκε στο αυτοκίνητό του και επιχείρησε να φύγει.

[…]Ο Π. Φύσσας, ωστόσο, ήταν ακόμα εν ζωή και υπέδειξε στους αστυνομικούς Δεληγιάννη και Λεγάτου, που, σε ειρωνεία της μοίρας, επιχείρησαν να τον συλλάβουν. Αναγκάστηκε μάλιστα να σηκώσει τη μπλούζα του και είπε «εμένα, ρε παιδιά;». Το ότι μπορείς να μαχαιρώσεις κάποιον στην καρδιά και εκείνος να συνεχίσει να μιλάει, να είναι όρθιος επί 2 λεπτά και να έχει τις αισθήσεις του, αυτό δεν το περίμεναν οι χρυσαυγίτες. «Εγώ τότε γύρισα στο αυτοκίνητό μου για να φύγω, αυτός ήταν όρθιος», λέει ο Ρουπακιάς. Είναι πράγματι συγκλονιστικό, κυρία Πρόεδρε, ότι ενώ το θύμα έχει μαχαιρωθεί σε δημόσια θέα, εντούτοις, αυτή την τραγική ώρα, αντί να ασχολείται με τον εαυτό του, έχοντας την επιθανάτια αγωνία ότι ο δολοφόνος του θα μείνει ατιμώρητος, έπρεπε να ασχοληθεί με τη σύλληψή του και με την εξιχνίαση της δολοφονίας του και να σηκώσει τη μπλούζα του και να δείξει τα τραύματά του, και ότι μάλιστα αυτά δεν ήταν επιπόλαια. Την εξιχνίαση της δολοφονίας του την επιτέλεσε μόνος του ο Π. Φύσσας.

[…] Το τραύμα στην καρδιά ήταν ατρακτοειδές όπως περιγράφει ο μάρτυρας Χατζησταμάτης. όπως ήταν και στον Λουκμάν. […] Το ίδιο κατέθεσε και ο πατέρας Φύσσα: «ο γιατρός μου είπε, είναι επαγγελματικό, έχει στρίψει το μαχαίρι». «Έγειρε η κοιλιά του από το βάρος του αίματος, γι’ αυτό δεν είδα αίματα στο πεζοδρόμιο».

Η εισαγγελέας αναφέρθηκε στη συνέχεια στις διαβιβάσεις της ΕΛ.ΑΣ. διαβάζοντας αποσπάσματα: ώρα 23:59 ΕΑ 8787, «περί τα 50 άτομα με ρόπαλα κατευθύνονται προς την καφετέρια “Κοράλλι”». 23:54 είναι η ώρα και όχι 23:59, όπως αναγράφεται στο δελτίο. […] 00:50, «κέντρο, επί της Τσαλδάρη έχει αρκετά άτομα. […] 20 άτομα της Χ.Α. που ήρθαν σε διαμάχη με άτομα του γνωστού χώρου, κέντρο, διακρίνουμε, είδαμε σιδερομπουνιές και ρόπαλα» […] 00:05 «άτομο αιμόφυρτο από μαχαίρι». 00:06:33 «το άτομο έχει χάσει τις αισθήσεις του». […]

Στη συνέχεια αναφέρθηκε διεξοδικά σε έναν προς έναν στους κατηγορούμενους εμπλεκόμενους στην ανθρωποκτονία, αναλύοντας μέσα από μηνύματα και κλήσεις μεταξύ τους καθώς και αλλεπάλληλα αναγνωστέα έγγραφα τη θέση τους στη ΧΑ και τη συνέργεια του καθενός ξεχωριστά. Χαρακτηριστικά επισήμανε ότι “οι τριγωνικές επικοινωνίες διήρκεσαν 14’, ενώ οι τέσσερις κλήσεις , Λαγού και Πατέλη, 20’, όπως προκύπτει από το 285 αναγνωστέο. Από τις συνομιλίες αυτές επιβεβαιώνεται ότι ο Γ. Ρουπακιάς έδρασε υπό την ηγεσία της Χ.Α. “

Ειδικότερα για την στοχοποίηση του Π. Φύσσα η εισαγγελέας υπογράμμισε ότι αφού τίποτα μεμπτό δεν έκανε, είναι βέβαιο πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ήταν στόχος και πως όλοι όσοι συμμετείχαν στη δολοφονία Φύσσα υπάκουσαν στις εντολές των ιεραρχικά ανωτέρων τους.

Χαρακτηριστικά τόνισε ότι “κανείς δεν υπολόγιζε ότι ο Φύσσας δεν θα πεθάνει ακαριαία, αλλά θα ζήσει για να καταδείξει τον δολοφόνο του. Δεν το περίμεναν αυτό. Αν δεν είχε ζήσει ο Φύσσας αυτά τα ελάχιστα λεπτά, δεν θα βρισκόμασταν εδώ τώρα. Αν δεν είχε συλληφθεί επ’ αυτοφώρω ο Ρουπακιάς, δεν θα βρισκόμασταν εδώ.”

Συμπλήρωσε ότι ενεργούσαν με πλήρη περιφρόνηση στην έννομη τάξη, σε καμία επίθεση δεν συνελήφθησαν επ’ αυτοφώρω και τους διακατείχε αλαζονεία αφού μέχρι και όταν κατέφθασαν αστυνομικοί δεν πτοήθηκαν, δρούσαν σε δημόσια θέα και δεν φοβήθηκαν.

Σημείωσε ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν τη δύναμη της βίας και ο Ρουπακιάς ενήργησε απόλυτα ψύχραιμα χωρίς να έχει ανεβάσει ούτε παλμούς όπως είπε. Αναφέρθηκε τέλος και στην τρομοκρατία που συναντάται όπως είπε συχνά στη δικογραφία, επισημαίνοντας:

“ξέρετε πότε κατάλαβα το μέγεθος του φόβου που προκαλούσε ο κατηγορούμενος Λαγός; Όταν κατέθετε ο Α προστατευόμενος μάρτυρας και αντιμετώπισε τον κ. Ι. Λαγό, ήταν το απόλυτο δείγμα σεβασμού: «είστε πράος», «συγγνώμη», «σας ευχαριστώ». Είναι πράος ο κατηγορούμενος, κ. πρόεδρε; που σχεδόν σε κάθε δικάσιμο εξύβριζε το δικαστήριο και είχε αποβληθεί τουλάχιστον πέντε-έξι φορές;

Και στη συνέχεια: “ […]Ο πατέρας του Αντίοχου, που χτυπήθηκε, είπε ότι με τον φίλο του γιου του, που επίσης είχε δεχθεί επίθεση, έκαναν ολόκληρη συζήτηση για να τον πείσουν να καταγγείλει το περιστατικό. Στο τέλος λέει: «Τρέμω καθημερινά από τον Αύγουστο του 2013», παρ’ ότι, επαναλαμβάνω, είναι δικηγόρος ποινικολόγος και με τη συμπαράσταση του Δικηγορικού Συλλόγου. Φανταστείτε πόσο μπορεί να φοβάται ένας απλός πολίτης. Είναι η παλιά, δοκιμασμένη συνταγή: η βία τρομοκρατεί και η απειλή εξαναγκάζει.”

Η εισαγγελέας ολοκλήρωσε τη σημερινή της αγόρευση υπογραμμίζοντας : “Οι καθοδηγητές, οι κήρυκες του μίσους, υποβίβασαν τεχνηέντως ορισμένες κατηγορίες ανθρώπων σε υπανθρώπους και έτσι, χωρίς καμία περίσκεψη δεν δίστασαν ακόμα και να σκοτώσουν συνανθρώπους τους, τους οποίους ουδέποτε γνώριζαν. Αντίθετα, μετά από κάθε τέτοια πράξη αισθάνονταν ότι κάνουν κάποιο χρέος υπέρ του έθνους. Αυτοί που σκότωσαν εν ψυχρώ τον Λουκμάν, τον Φύσσα, που αποπειράθηκαν να σκοτώσουν τον Κουσουρή, τον Εμπάρακ, τον Μηλιαράκη και τον Σανζ, δεν αισθάνθηκαν ότι έκαναν κανένα κακό. Το κακό αναγορεύεται σε άθλο.”

Στο σημείο αυτό το δικαστήριο διέκοψε στις 14:58 για την επόμενη δικάσιμο την Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025 – ώρα 11.00 όπου θα συνεχιστεί η αγόρευση της εισαγγελέως.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΙΣ

Search
ΑΡΧΕΙΟ