BLOG all updates

img_0540-1.jpg

ΗΜΕΡΑ 120: “ΔΕΝ ΕΙΔΑ, ΔΕ ΘΥΜΑΜΑΙ, ΔΕΝ ΞΕΡΩ”

120η Συνεδρίαση, Αίθουσα Τελετών Εφετείου Αθηνών, 25.01.2017


Ι. Πρόσβαση στο δικαστήριο

Εξακολουθεί να υπάρχει η δυνατότητα πρόσβασης για την παρακολούθηση της δίκης από το κοινό, με επίδειξη και παρακράτηση της αστυνομικής ταυτότητας. H παρουσία του κοινού ήταν μέτρια, ενώ υπήρχε παρουσία δημοσιογράφων στην αίθουσα. 

II. Παρουσία και εκπροσώπηση των κατηγορουμένων

Κανεις εκ των κατηγορουμένων δεν ήταν παρών αυτοπροσώπως.

ΙΙΙ. Εξέλιξη της διαδικασίας – Εξέταση Αιτημάτων

Η διαδικασία ξεκίνησε με την συνέχιση και ολοκλήρωση της κατάθεσης του μάρτυρα Τσαρουχά και την εξέταση του μάρτυρα Λυριντζή.

α. συνέχιση κατάθεσης μάρτυρα Τσαρουχά

Στις ερωτήσεις του συνηγόρου Παπαδέλη, ο μάρτυρας απάντησε ότι η Εισαγγελέας ήρθε γύρω στις 11 το βράδυ, ότι η πληροφορία από το τηλεφώνημα ήταν μόνο για όπλα και η κουβέντα για να γίνει έρευνα στα γραφεία ξεκίνησε από το τηλεφώνημα και μετά. Στα γραφεία δεν ανευρέθη τίποτα και ο μάρτυρας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτός που τηλεφώνησε, έκανε λάθος, αλλά δεν μπορεί να κρίνει αν ήταν σκόπιμο. Ο μάρτυρας είπε ότι δεν είχε μάθει ότι θα γινόταν πορεία, ούτε ότι είχε βρεθεί ένα ξύλο έξω από τα γραφεία το απόγευμα, ενώ είπε ότι ο τρόπος της διαμαρτυρίας του Λαγού δεν ήταν φυσιολογικός. 

Στις ερωτήσεις του συνηγόρου Γκαβέλα ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν ξέρει αν μέλη του ΚΚΕ είχαν πάει για να διαμαρτυρηθούν έξω από τα γραφεία της Χ.Α., ούτε ξέρει γιατί υπήρχαν 50 άτομα διμοιρία έξω από τα γραφεία, ούτε μπορεί να κρίνει γιατί επιλήφθηκε της υπόθεσης η Κρατική Ασφάλεια. Για το περιστατικό στο Πέραμα γνωρίζει ότι χτυπήθηκαν μέλη του ΚΚΕ, δεν γνωρίζει κάτι για τις αναγνωρίσεις, ούτε πώς γίνονται, ενώ την προανάκριση την έκανε η Κρατική Ασφάλεια. Για τον Πανταζή είπε ότι δεν τον γνωρίζει, αλλά νομίζει ότι έδινε το παρών στο τμήμα. 

Στις ερωτήσεις του συνηγόρου Τσάγκα, απάντησε ότι η υπηρεσία δεν είχε πληροφορία ότι μέσα στα γραφεία της Χ.Α. υπήρχαν όπλα και ότι κάποιος τα έβγαλε και ότι δεν έχει δει Υπουργό Δημόσιας Τάξης να κάνει την προανάκριση μόνος του και να συλλέγει το οπτικοακουστικό υλικό από τις κάμερες. 

Στις ερωτήσεις του συνηγόρου Ζωγράφου, απάντησε ότι οι παρόντες αστυνομικοί ήταν περίπου 15, εκ των οποίων οι 10 φορούσαν πολιτικά, ότι η Ασφάλεια έκρινε ότι από το τηλεφώνημα προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις, ότι δεν είχε ξαναδεί τους συναδέλφους του της Κρατικής, ότι αν έβλεπε κάποιος το Λαγό θα τον χαρακτήριζε αντίπαλο της αστυνομίας. Για την έρευνα απάντησε ότι δεν μπήκε μέσα στα γραφεία ούτε ξέρει αν ελήφθησαν έγγραφα, ούτε έχει τύχει στον ίδιο έρευνα σε γραφεία κόμματος, ούτε γνωρίζει αν βουλευτές αποσπούν κρατούμενους από αστυνομικά τμήματα. 

Στις ερωτήσεις του συνηγόρου Τριανταφυλλούδη απάντησε ότι δεν γνωρίζει για βίαια επεισόδια της τοπικής οργάνωσης της Χ.Α. στο Πέραμα, δεν ξέρει τον Μάρκο Ευγενικό , δεν ξέρει για ποια υπόθεση έδινε παρών ο Πανταζής, ούτε είχαν εντολή να τον παρακολουθούν, ούτε τους είχε απασχολήσει ποτέ άλλο μέλος της Χ.Α., ούτε είχαν βρει ποτέ όπλα στην Χ.Α..

Στις ερωτήσεις του συνηγόρου Οπλατζάκη απάντησε ότι δεν ξέρει αν αυτή η κινητοποίηση γίνεται σε κάθε καταγγελία για όπλα, ούτε ξέρει τι υποδηλώνει, ο ίδιος πήρε διαταγή να βρίσκεται εκεί.

Στις ερωτήσεις της συνηγόρου Βελέντζα απάντησε ότι η έρευνα διεξήχθη περί ώρα μία τη νύχτα, άρα ήταν νυχτερινή. 

Στις ερωτήσεις του συνηγόρου Γ. Μιχαλόλια απάντησε ότι για σοβαρές ενδείξεις και πληροφορίες κατέθεσε ό,τι άκουσε για τα όπλα, και ότι δε γνωρίζει τις προϋποθέσεις για να γίνει νυχτερινή έρευνα. 

Στις ερωτήσεις του συνηγόρου Ρουσσόπουλου απάντησε ότι δεν ξέρει ποιος σχεδίασε την έρευνα ούτε αν ενημερώθηκε ο Υπουργός, δε γνωρίζει αν για την κλειδαριά συντάχθηκε έκθεση ούτε αν υπήρξε παραβίαση του νόμου με την έρευνα, δεν γνωρίζει το επεισόδιο της Κωνσταντοπούλου με το φρούραρχο της Βουλής, ούτε τις αντιδράσεις του κυβερνώντος κόμματος όταν πήγαν οι συνδικαλιστές της αστυνομίας στην Κουμουνδούρου, ούτε έχει δει το βίντεο Μπαλτάκου. 

Σε όσες ερωτήσεις του συνηγόρου Αλεξιάδη επετράπησαν από την έδρα, ο μάρτυρας απάντησε ότι τα γραφεία ήταν κλειστά, δεν πήγαιναν για σύλληψη αλλά για έρευνα, ότι ο Λαγός έβριζε και ζητούσε τα στοιχεία των αστυνομικών, ότι ο ίδιος δεν θυμάται το Λαγό να λέει ότι η έρευνα ήταν παράνομη ούτε στην Εισαγγελέα, αλλά ξέρει ότι έκανε μήνυση στην Εισαγγελία, ενώ είπε ότι δεν ξέρει αν δοκίμασε κάποιος από αυτούς που έκαναν την έρευνα να καλέσει κάποιον από το κόμμα και αν φτάνοντας εκεί είπε ο Λαγός “γιατί δεν με πήρατε τηλέφωνο;”.

Στις ερωτήσεις του συνηγόρου Σταυριανάκη είπε ότι δεν ξέρει γιατί τα ρωτούσε αυτά ο Λαγός, αλλά σε ένα καβγά κάποιος ζητάει τα στοιχεία όταν του φαίνεται παράνομο αυτό που γίνεται.

β. κατάθεση του μάρτυρα Λυριντζή

Ο μάρτυρας, με παρεμβαλλόμενες ερωτήσεις της έδρας κατέθεσε ότι είναι οδηγός στην ΕΘΕΛ από το 1995. Το 2013 υπηρετούσε στη γραμμή Πειραιάς – Πέραμα. Εκείνη τη νύχτα ξεκίνησε το τελευταίο δρομολόγιο από Πέραμα στις 00.00, δεν παρατήρησε κάτι ασυνήθιστο και μετά τις πρώτες 3 στάσεις, όταν είχε φτάσει 50 μέτρα από το ναυπηγείο του Παπίλα, του έκοψε το δρόμο μία μάζα περίπου 70 ανθρώπων που αλληλοξυλοκοπούνταν. Μπροστά του δεν υπήρχε κανένα όχημα, κατέβηκε από το λεωφορείο και πήγε μπροστά να δει τι γίνεται. Έμεινε εκεί 15 λεπτά και μετά ήρθε ένα περιπολικό και άνοιξε το δρόμο, δεν είδε μηχανές. Οι άνθρωποι που είδε ήταν δύο ομάδες σίγουρα, δεν είδε ποιοι ήταν οι περισσότεροι και ποιοι οι λιγότεροι. Υπήρχε ένας άνθρωπος χτυπημένος δεξιά αλλά δεν πλησίασε ο ίδιος, θυμάται ότι φώναζαν και για ασθενοφόρο, ενώ στο χώρο βρισκόταν και ένα τζιπάκι SUZUKI, με σπασμένα τζάμια. Δεν είδε τις ομάδες να φεύγουν, απλώς άνοιξε ο δρόμος. Δεν είδε να κρατούν αντικείμενα. Την επόμενη μέρα συζήτησε με συναδέλφους του για το περιστατικό, αλλά δεν είχε κάποιος περισσότερες πληροφορίες, ο ίδιος θυμάται ότι γινόταν απεργία στη Ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη, αλλά δεν πιστεύει ότι χτυπιόντουσαν μεταξύ τους, έμαθε ότι είχε γίνει ένα περιστατικό και τα στοιχεία του τα βρήκε η αστυνομία. 

Η Πρόεδρος ρώτησε τον μάρτυρα αν αυτά που καταθέτει σήμερα είναι τα ίδια με την πρώτη του κατάθεση και ο μάρτυρας είπε ότι τα ίδια είχε πει, ότι χτυπιόντουσαν κάποιοι, ότι κάποιος ήταν τραυματισμένος. Πρόσθεσε ότι είδε μηχανές, αλλά ότι δεν ξέρει αν ήταν από αυτούς που χτυπιούνται, κατέβηκαν και γείτονες, δεν άκουγε τι λέγανε, στεκόταν στο λεωφορείο, αυτή είναι η δουλειά του, η ασφάλεια του λεωφορείου και των επιβατών. Ο μάρτυρας, δείχνοντας πάνω στο χάρτη, έδειξε ότι είχε σταματήσει πριν το ναυπηγείο. Σε ερωτήσεις της Προέδρου απάντησε ότι κάποιοι από αυτούς είδε να κρατάνε κάτι σαν ξύλο, ότι δυο-τρεις μηχανές έφυγαν ξαφνικά προς αντίθετη κατεύθυνση, δύο άτομα ανά μηχανή, δηλαδή 4 ή 6 άτομα συνολικά. Κάποιοι φορούσαν κράνη, μαύρους σκούφους, μαύρα ρούχα. Αυτοί με τα κράνη, με τα ξύλα και τους σκούφους ήταν οι επιτιθέμενοι, έμπαιναν και έβγαιναν μέσα στη μάζα των ανθρώπων και χτυπούσαν και στο τέλος έφυγαν. Στην επισήμανση της Προέδρου ότι πριν είχε πει ότι δεν είχε φύγει κανείς, ο μάρτυρας απάντησε ότι οι άνθρωποι με τα ξύλα, τα κράνη και τα λοιπά, έφυγαν νωρίτερα, ενώ οι υπόλοιποι παρέμειναν, δεν μπορεί να προσδιορίσει ποιοι ήταν, αυτοί μαζί με τις μηχανές, και κάποιοι άλλοι που έφυγαν δίπλα από το λεωφορείο, σε αντίθετη φορά από τη Δημοκρατίας και παρέμειναν 30 -40 άτομα που πάλι βρίζονταν και προσπαθούσε η αστυνομία να τους ηρεμήσει. Φώναζαν δίνοντας την εντύπωση ότι ήταν αντίπαλοι. Τελικά είδε αρκετά μηχανάκια, τα οποία ήταν δίπλα του, προπορεύονταν.

Στη συνέχεια, η Πρόεδρος διάβασε την πρώτη κατάθεση του μάρτυρα και εκείνος τελικά ανέφερε ότι μάλλον κάποιοι, που ήταν περισσότεροι και έβριζαν και χτυπούσαν, είχαν περικυκλώσει τους άλλους, τους είχαν στριμώξει και είδε να περνούν δίπλα του άλλοι 30 με καδρόνια και μικρά κοντάρια και πήγαν στο σημείο του επεισοδίου. Τον προσπέρασαν όταν έκανε το δρομολόγιο, και μετά, όταν είχε κατέβει, ήταν και πεζοί και 10 -15 μηχανάκια. Δεν τους άκουσε να λένε κάτι, το αμάξι ήταν ήδη σπασμένο όταν το είδε, δεν ρώτησε κανέναν τι γίνεται γιατί δεν είναι περίεργος. Αυτές οι δύο ομάδες πιστεύει ότι ήταν κάποιοι που ήταν στην απεργία. Μετά από ερωτήσεις της Προέδρου θυμήθηκε ότι είχε μιλήσει με κάποιον που φορούσε μαύρα ρούχα, δεν είχε μαλλιά και έφυγε προς τα κάτω κρατώντας μάλλον κράνος. Επιφανειακά έχει μάθει ότι το επεισόδιο ήταν μεταξύ της Χ.Α. και του ΠΑΜΕ. Δεν είδε, δεν θυμάται, δεν ξέρει τι έκαναν αυτοί που είδε να περνούν από δίπλα του, δεν εστίασε τα μάτια του στον κόσμο αυτό, έκανε κι άλλα πράγματα.

Στις ερωτήσεις της Εισαγγελέα και στην επισήμανσή της ότι άλλα έλεγε πριν με λεπτομέρειες και τώρα λέει άλλα με το ζόρι, απάντησε ότι δεν έχει δεχτεί απειλές για τη ζωή του και ότι δεν φοβάται και ότι πρέπει να ήταν στο περιστατικό γύρω στα 100 άτομα και ότι τα 30 άτομα κρατούσαν ρόπαλα και άρα μπήκαν για να χτυπήσουν. Για τον τραυματία είπε ότι υπήρχε τελικά και ότι υπήρχαν και άνθρωποι από πάνω του που ζητούσαν να έρθει ασθενοφόρο γιατί ο τραυματιας είναι σε πολύ κακή κατάσταση. Η Εισαγγελέας του επεσήμανε ότι για τον άνθρωπο που του είπε του ανοίξαμε το κεφάλι είχε πει μέχρι και ότι είχε πράσινα μάτια και ο μάρτυρας είπε ότι δεν αμφιβάλλει. 

Στις ερωτήσεις από έδρας απάντησε ότι δεν ξέρει τι σχολίασαν οι επιβάτες, και ότι μάλλον ο καβγάς έγινε για συμφέροντα από το ναυπηγείο. 

Στις ερωτήσεις του Αναπληρωτή Εισαγγελέα απάντησε ότι δεν τον εμπόδισε κανείς να προχωρήσει και ότι το επεισόδιο ήταν σε εξέλιξη, όταν έφτασε, στην αρχή είπε ότι δεν κατάλαβε ποιος αμυνόταν, αλλά μετά από παρέμβαση της Προέδρου είπε ότι μάλλον τους είχαν βάλει στη μέση και τους χτυπούσαν, ότι δεν ξέρει αν μπορούσαν να φύγουν και ότι δεν κατάλαβε να υπήρχε κάποιο σχέδιο και ότι αυτοί με τα μαύρα και τα καδρόνια έφυγαν κάποια στιγμή. Επιβεβαίωσε ότι κάποιοι κρατούσαν κοντάρια δύο μέτρων και είπε ότι κάποια άλλα ήταν πιο μικρά. Επιβεβαίωσε τον διάλογο με αυτόν που είπε “του ανοίξαμε το κεφάλι” και είπε ότι δεν ξέρει πόση ώρα πριν φτάσει ο ίδιος είχε αρχίσει το επεισόδιο. Ο δρόμος άνοιξε επειδή ήρθε το περιπολικό. 

Στις ερωτήσεις Συνέδρου απάντησε ότι τα πολλά μηχανάκια τα είδε πολύ πριν από το συμβάν και μπορεί να είχαν έρθει και με φέρυ από τη Σαλαμίνα, δεν είδε αν αυτοί που είχαν τα κοντάρια τα είχαν για να απειλήσουν, ή τα χρησιμοποιούσαν κιόλας. Στην επισήμανση της Συνέδρου ότι είχε πει ότι είδε να χτυπάνε με κοντάρια, και ότι έχει απροθυμία να καταθέσει και ήρθε με βίαιη προσαγωγή, απάντησε ότι ήρθε μόνος του και δεν σήκωνε τα τηλέφωνα, γιατί αντιμετώπιζε οικογενειακά προβλήματα και ότι τελικά μάλλον χτυπούσαν με τα κοντάρια. 

Στις ερωτήσεις της πολιτικής αγωγής και αρχικά του συνηγόρου Βρεττού απάντησε ότι η πρώτη του κατάθεση έγινε υπό ήρεμες συνθήκες, ότι τα αντικείμενα που κρατούσαν οι επιτιθέμενοι δεν ξέρει αν θα μπορούσαν να σκοτώσουν και ότι ο κλοιός έδινε την εντύπωση ότι ήταν όλοι αγκαλιασμένοι. 

Στις ερωτήσεις του συνηγόρου Μαλαγάρη απάντησε ότι εξαιτίας των προβλημάτων του δεν πήγαινε ούτε στη δουλειά του, ότι δεν του προκαλεί άγχος η κατάθεσή του, ούτε θέλει να κρύψει κάτι, ότι στην αφετηρία είδε περίπου 30 άτομα που τον προσπέρασαν μετά τη δεύτερη στάση, ενώ είναι σύνηθες να έχει κόσμο στην περιοχή του Περάματος, και 12 παρά πέντε φτάνει καράβι από Σαλαμίνα. Τα άτομα που τον προσπέρασαν είναι τα ίδια με αυτά που είδε μετά σταθμευμένα και το αυτοκίνητο που είδε σπασμένο μάλλον δεν έγινε από κλωτσιές, αλλά μαλλον από πέτρα ή σίδερο και ότι οι απέναντι έβριζαν και υπήρχε θυμός. 

Στις ερωτήσεις του συνηγόρου Στρατή απάντησε ότι αυτοί με τα μαύρα ήταν οι επιτιθέμενοι, ότι προσομοίαζαν με αυτούς που είχε δει, κάποιοι ήταν ξυρισμένοι, κάποιοι φορούσαν κράνος, ότι αναλόγως με τη δύναμη που θα χτυπήσουν, τα αντικείμενα που είδε να κρατάνε, θα τραυμάτιζαν σοβαρά έναν άνθρωπο. Πρόσθεσε ότι η φράση “του ανοίξαμε το κεφάλι” σημαίνει ότι τον τραυματίσαμε, αλλά μπορεί και να σκοτωθεί κάποιος που του ανοίγει το κεφάλι. Επιβεβαίωσε ότι το περιστατικό ήταν μεταξύ ατόμων της Χ.Α. και μελών του ΠΑΜΕ και η εικόνα που έδιναν τα μηχανάκια ήταν ότι ήταν παρέα. 

Στις ερωτήσεις του συνηγόρου Αντανασιώτη απάντησε ότι δεν ξέρει για άλλες επιθέσεις της Χ.Α. και για τη δολοφονία Φύσσα ξέρει ό,τι άκουσε από την τηλεόραση, είπαν ότι σκότωσαν έναν άνθρωπο και επικαλούνται ότι το έκαναν άτομα της Χ.Α.. 

Στις ερωτήσεις του συνηγόρου Σαπουντζάκη ο μάρτυρας κατέθεσε ότι οι μπροστινοί είχανε κάποια δοκάρια και οι πιο πίσω δεν κρατούσαν κάτι, επιβεβαίωσε ότι οι 30 που είδε του είπαν “είναι λιγότεροι πάμε να τους φάμε”, ότι κάποιοι από αυτούς κρατούσαν κοντάρια, ότι από το “πάμε να τους φάμε” κατάλαβε ότι πάνε να τους χτυπήσουν.

Στις επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις του συνηγόρου Σαπουντζάκη αν το “πάμε να τους φάμε” σημαίνει πάμε να τους χτυπήσουμε, ο μάρτυρας δεν απάντησε, ενώ στο σημείο αυτό προκλήθηκαν διαμαρτυρίες από την υπεράσπιση.

Στο σημείο αυτό, η έδρα διέκοψε για τις 26.01.2017 στην Αίθουσα των Γυναικείων Φυλακών Κορυδαλλού.