BLOG all updates

266.jpg

Ημέρα 266: Στη γραμμή της «πολιτικής δίωξης» οι σχολιασμοί της υπεράσπισης για τα αναγνωστέα

266η Συνεδρίαση, Αίθουσα Γυναικείων Δικαστικών Φυλακών Κορυδαλλού, 16.07.2018

Ι. Πρόσβαση στο δικαστήριο

Η πρόσβαση και η παρακολούθηση της δίκης εξακολουθεί να είναι εφικτή με επίδειξη και παρακράτηση αστυνομικής ταυτότητας μέχρι τη συμπλήρωση των θέσεων του κοινού στην αίθουσα του ακροατηρίου. Υπήρχε ελάχιστη παρουσία κοινού.

II. Παρουσία των κατηγορουμένων

Αυτοπροσώπως παρόντες κατηγορούμενοι κατά τη διαδικασία: ουδείς.

III. Διαδικασία: Σχολιασμός αναγνωστέων εγγράφων κατ’ άρθρο 358 ΚΠΔ

Στη σημερινή συνεδρίαση συνεχίστηκε ο σχολιασμός των αναγνωστέων εγγράφων από τους συνηγόρους υπεράσπισης Παλευρατζή, Γκαβέλα, Δημητρακόπουλο, Ζωγράφο, Τσάγκα, Παπαδέλη, Αλεξιάδη.

Ο συνήγορος υπεράσπισης Παλευρατζής στο σχολιασμό του εστίασε στις συνομιλίες του εντολέα του, κατηγορούμενου Αποστόλου, οι οποίες περιλαμβάνονταν στα αναγνωστέα, τονίζοντας ότι τα όσα αναπαράγει ο εντολέας του αποτελούν κυρίως «δικές του κατασκευές», χωρίς να εδράζονται στην πραγματικότητα, επιθυμώντας να «κάνει επίδειξη στους οικείους του λέγοντας πράγματα που δεν ισχύουν», και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εν λόγω συνομιλίες ουδεμία αξία φέρουν για την αποδεικτική διαδικασία και ως εκ τούτου αιτείται να μην συνεκτιμηθούν.

Ο συνήγορος Γκαβέλας σχετικά με τον κατηγορούμενο Πατέλη ανέφερε ως αξιοσημείωτη την παράλειψη σημείου στίξης στο μήνυμα του εντολέα του που αναγνώσθηκε κατά τη διαδικασία, εντοπίζοντας την «αλλοίωση», όπως την χαρακτήρισε, κατά το χρόνο σύνταξης του βουλεύματος. Ο συνήγορος υπογράμμισε, επίσης, ότι ο κατηγορούμενος Πατέλης δεν βρισκόταν στον τόπο του εγκλήματος. Ως προς τις υπαίθριες δραστηριότητες στο ποτάμι, ο συνήγορος επισημαίνει ότι τα εικονιζόμενα στις φωτογραφίες όπλα είναι πασιφανώς ψεύτικα, ενώ ακολούθως αναρωτιέται γιατί «δεν συγχωρούνται» στον Πατέλη, όπως στους επαγγελματίες πολιτικούς, οι «πολιτικές αστοχίες» που εκφωνεί κατά τις δημόσιες ομιλίες και δηλώσεις του στην ΤΟ Νίκαιας. Καταλήγει δε, αμφισβητώντας την οποιαδήποτε σύνδεση του κατηγορούμενου Πατέλη με εγκληματική οργάνωση, καθόσον, από την επόμενη ημέρα της δολοφονίας Φύσσα που παρακολουθούνταν οι επικοινωνίες, δεν προέκυψαν ενδείξεις ικανές για τη σύνδεσή του με την υλική πράξη. Ως προς τους κατηγορούμενους Πανταζή και Καζαντζόγλου, ο συνήγορος ανέφερε για τον μεν πρώτο πως «δεν υπάρχει κανένα στοιχείο φυσικής παρουσίας του στον τόπο της πράξεως», για τον δε δεύτερο πως τα στοιχεία που τον συνδέουν με τον τόπο της πράξης είναι διφορούμενα.

Ο συνήγορος Δημητρακόπουλος εξέφρασε τη θέση ότι τα έγγραφα που σωρεύτηκαν ως αναγνωστέα ουδέν εισέφεραν στη διαδικασία, σχολιάζοντας πως η νομική πραγματικότητα βρίσκεται σε διάσταση από την πραγματικότητα που επισημαίνει η πολιτική αγωγή, επιχειρώντας παράλληλα να αποδομήσει, κατά το σχολιασμό του, τα στοιχεία της εγκληματικής οργάνωσης, ήτοι τη στρατιωτική δομή και συγκρότηση, τα τάγματα εφόδου των οποίων «ηγείτο» ο κατηγορούμενος Ηλιόπουλος, αμφισβητώντας το ότι όλα τα ανωτέρω συνιστούν ενδείξεις εγκληματικής ιεραρχίας και νοοτροπίας. Ολοκληρώνοντας, ανέφερε πως η ΧΑ βρίσκεται υπό διωγμό και γι’ αυτό αναγκάζεται να κλείνει τα γραφεία της.

Ακολούθησε ο συνήγορος Ζωγράφος, του οποίου ο σχολιασμός επικεντρώθηκε κατά κύριο λόγο στις αιχμές κατά της αποδεικτικής αξίας της έκθεσης του Συνηγόρου του Πολίτη και της έκθεσης του Ευρωπαίου Επιτρόπου Μούιζνιεκς που αναγνώσθηκαν.

Ο συνήγορος Τσάγκας επεσήμανε πως η στοιχειοθέτηση του κατηγορητηρίου βασίστηκε σε πολιτικά και όχι νομικά κριτήρια. Η σύνδεση των κατηγορούμενων με τα τάγματα εφόδου και συνακόλουθα με την εγκληματική οργάνωση προκύπτει, κατά το συνήγορο, μόνο από φωτογραφίες και όχι από έμπρακτη δράση των κατηγορούμενων, γεγονός που τον οδηγεί στο συμπέρασμα πως η δίωξη των πολιτικών εκπροσώπων της ΧΑ καθιστά τη δίωξή τους πολιτική. Τόνισε, επίσης, πως, από το βίντεο της «ορκωμοσίας των μελών» δεν προκύπτει τίποτε παράνομο και επιλήψιμο διενεργούμενο στους πυρήνες. Ως προς τον κατηγορούμενο Παππά, ο συνήγορος υπογράμμισε πως από τις καταθέσεις των προστατευόμενων μαρτύρων δεν επιβεβαιώθηκαν πράξεις που να στοιχειοθετούν διεύθυνση και ένταξη σε εγκληματική οργάνωση.

Σχετικά με την υπόθεση της δολοφονίας του Φύσσα, ο συνήγορος αμφισβήτησε την ύπαρξη προγενέστερης στοχοποίησης του θύματος στη βάση του ότι τα στοιχεία που εισφέρθηκαν δεν βρίσκονται σε στενή χρονική συνοχή, και, όσον αφορά στις απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες του κατηγορούμενου Αποστόλου σχετικά με το περιστατικό, ο συνήγορος επιχειρεί να αποδυναμώσει την αποδεικτική τους αξία, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «αυτές οι αφηγήσεις διαμείβονται στο φαντασιακό του».

Στη συνέχεια ο συνήγορος επεσήμανε ποια είναι τα στοιχεία που εννοιολογούν τις «εκπαιδεύσεις» και εξήγησε πως οι υπαίθριες δραστηριότητες που εικονίζονται στις φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν, ήτοι οι πεζοπορίες, το paintball, η πυγμαχία, δεν συνιστούν ασκήσεις συναρτώμενες με εγκληματική οργάνωση, τα δε όπλα, δεν θα μπορούσαν να είναι αληθινά, λόγω κινδύνου εξοστρακισμού. Ο συνήγορος ολοκλήρωσε τον σχολιασμό του παραθέτοντας μια αλληγορική ιστορία με «επιμύθιο» το ότι «δικαιοσύνη δεν είναι η αναζήτηση ενόχων».

Στη συνέχεια, ο συνήγορος Παπαδέλλης, κατά τον σχολιασμό του, χαρακτήρισε το υλικό των αναγνωστέων εγγράφων του κατηγορητηρίου ως αταξινόμητο και εμπαθές και υπενθύμισε ότι σύμφωνα με το άρθρο 364 ΚΠΔ θα έπρεπε η ανάγνωση να πραγματοποιηθεί ως προς τα ουσιώδη και κατόπιν αξιολόγησης αυτών. Επανέφερε δε τη θέση ότι η δίκη είναι «πολιτικών σκοπιμοτήτων» και αντέκρουσε το ότι η εκφορά εξτρεμιστικού λόγου ισοδυναμεί με διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης. Ο συνήγορος αμφισβήτησε ότι προέκυψε κατά την αποδεικτική διαδικασία οποιαδήποτε κραταιά δομή της οργάνωσης με ιεραρχικά μεταβιβαζόμενες εντολές και στηλίτευσε την επισκόπηση φωτογραφικού υλικού «ιδιωτικών στιγμών» των κατηγορουμένων. Τα αναγνωστέα και λεχθέντα περί της «αρχής του αρχηγού» ο συνήγορος τα χαρακτήρισε ως αστειότητες και αντιπαρέβαλε τις δηλώσεις του Μιχαλολιάκου σχετικά με τους «λαθρομετανάστες» με τις αντίστοιχες των Τραμπ, Σαλβίνι και Ερντογάν, οι οποίοι, ωστόσο, επεσήμανε ότι δεν θεωρήθηκαν «διευθυντές οργάνωσης», σχολιάζοντας πως είναι αναμενόμενο να υπάρχει μια «εκφορά οξύτητας», καθώς «σε έναν πολιτικό λόγο μπορείς να πεις το ο,τιδήποτε». Αναφορικά με τη νύχτα της δολοφονίας του Φύσσα, ο συνήγορος περιέγραψε ως αναμενόμενη την επικοινωνία που υπήρξε μεταξύ μελών και στελεχών, προσθέτοντας πως το ίδιο θα γινόταν εάν συνέβαινε τέτοιο περιστατικό σε κάποιο κόμμα.

Ο συνήγορος ολοκλήρωσε το σχολιασμό του με τη θέση ότι, ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι είναι εθνικοσοσιαλιστική η οργάνωση, η εκφορά ρατσιστικού λόγου, σύμφωνα και με τη νομολογία του ΑΠ, δεν θα πρέπει να ποινικοποιείται, η ιδεολογία δε σηματοδοτεί διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης άνευ ετέρου και σχολίασε σχετικά με τα μαχαίρια και τις σιδερογροθιές που βρέθηκαν στα γραφεία πως «δε σημαίνει ότι επειδή φοράω αρβύλες θα πάω να χτυπήσω αλιεργάτες».

Ο συνήγορος Αλεξιάδης, τέλος, αναφέρθηκε στο όπλο που βρέθηκε στην κατοχή του εντολέα του, κατηγορούμενου Λαγού, σχολιάζοντας πως δεν αποδεικνύεται η πρόθεση να το διαθέσει στην «εγκληματική οργάνωση», ενώ άφησε να εννοηθεί ότι τα ευρεθέντα όπλα που επισκοπήθηκαν δεν συνιστούσαν «οπλοστάσιο» της ΧΑ. Στη συνέχεια αμφισβήτησε την επίθεση και τις σωματικές βλάβες των θυμάτων στο «Συνεργείο», ελλείψει σχετικών ιατροδικαστικών εκθέσεων, ενώ, όσον αφορά στις ιατρικές γνωματεύσεις των παθόντων από το ΠΑΜΕ, ο συνήγορος τόνισε πως δεν απέδειξαν ιατρικά ευρήματα, συμπεραίνοντας πως δεν θα μπορούσε να πιθανολογηθεί το αδίκημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας, ενώ απόπειρα ανθρωποκτονίας θα μπορούσε ίσως να χαρακτηριστεί, σύμφωνα με το συνήγορο, μόνο η επίθεση στον Παύλο Φύσσα.

Σε αυτό το σημείο το δικαστήριο διέκοψε για την Τετάρτη 18 Ιουλίου στην αίθουσα τελετών του Εφετείου Αθηνών.